Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • σελίδα σε-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (συντομ. σελ., σ., σσ. = ~ες) καθεμιά από τις δύο πλευρές ενός φύλλου χαρτιού· συνεκδ. το κείμενο που περιλαμβάνεται σε αυτή ή γενικότ. το περιεχόμενό της: άγραφη/άδεια/λευκή ~. Συνέχεια στην επόμενη ~/στη ~ 3. Το κάτω μέρος της ~ας (= υποσέλιδο). Η πρώτη/τελευταία ~ της εφημερίδας (βλ. πρωτοσέλιδο). ~ες βιβλίου/λευκώματος/περιοδικού/τετραδίου. Σκόρπιες ~ες ημερολογίου. Αρχαίο κείμενο και νεοελληνική μετάφραση σε αντικριστές ~ες. Αρίθμηση ~ων. Όριο ~ων (: σε επιστημονική εργασία). Άρθρο πέντε ~ων. Βλ. βέρσο, ρέκτο.|| Διάβασα δύο ~ες. Ήρωας/κόσμος που ξεπηδά από τις ~ες μυθιστορήματος (βλ. απόσπασμα, χωρίο).|| (προφ.) Λείπει μια ~ (= κόλλα). 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. -ΠΛΗΡΟΦ. (προφ.) ιστοσελίδα· ειδικότ. φύλλο ηλεκτρονικού εγγράφου: αποθηκευμένη/(δια)δικτυακή/ηλεκτρονική ~. ~ υποδοχής (ΣΥΝ. αρχική ~, ~ εκκίνησης, οικο~). Αναβάθμιση/ανανέωση/διεύθυνση/δικαιώματα/επισκέπτες/κατασκευή/πλοήγηση/φόρτωση ~ας. Εκπαιδευτικές/εμπορικές/εταιρικές/πολιτιστικές ~ες. ~ες ενημέρωσης και επικοινωνίας. Αναζήτηση ~ων. ~ με πληροφορίες/στατιστικά/φωτογραφίες. Eπισκεφθείτε/(εκ)τυπώστε τη ~. (προφ.) Κατεβάζω τη ~ στο πι-σι μου.|| Κενή/πρότυπη ~. (Αυτόματη) αλλαγή/διαμόρφωση/επικεφαλίδα/κύλιση/περιθώρια/πλαίσιο/προεπισκόπηση ~ας. 3. (μτφ.) σύνολο γεγονότων, θετικών ή αρνητικών, στη ζωή προσώπου ή την ιστορία ομάδας, έθνους: γκρίζα/επική/ηρωική/μελανή/φωτεινή ~. ~ ντροπής/τιμής. Η μαύρη ~ του εμφυλίου πολέμου. Έγραψαν (λαμπρές) ~ες δόξας. Πβ. κεφάλαιο, σταθμός. ● Υποκ.: σελιδίτσα (η), σελιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχική/κεντρική σελίδα: ΠΛΗΡΟΦ. η πρώτη σελίδα δικτυακού τόπου., κίτρινες σελίδες: ο Χρυσός Οδηγός. [< αγγλ. yellow pages, 1908] , χρυσές σελίδες (μτφ.): για ένδοξο, σπουδαίο γεγονός ή μεγάλη επιτυχία: ~ ~ ηρωισμού. Οι ~ ~ του αθλητισμού/της ιστορίας. ● ΦΡ.: γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα & γυρνώ σελίδα (μτφ.): κάνω νέα αρχή: Ανοίγει μια νέα ~ στην καριέρα του. Είναι καιρός να ξεχάσεις ό,τι έγινε και να γυρίσεις ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω [< μτγν. σελίς, αγγλ.-γαλλ. page]
  • σελιδαρίθμηση σε-λι-δα-ρίθ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρίθμηση των σελίδων βιβλίου ή εντύπου: αυτόματη/ενιαία/ποικίλη/συνεχής ~. Κείμενο με/χωρίς ~. Πβ. σελίδωση. [< γαλλ. pagination]

αλλάζω

αλλάζω[ἀλλάζω] αλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άλλα-ζε, άλλα-ξε, αλλά-χτηκε κ. -χθηκε, -γμένος, αλλάζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι διαφορετικό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση, μεταβάλλομαι: ~ άποψη/γνώμη/ιδέα/τους όρους της διαθήκης/το περιεχόμενο (ΣΥΝ. τροποποιώ, πβ. παρ~)/ρυθμούς/συμπεριφορά/το σύστημα/τις τιμές/τρόπο ζωής/χρώμα μαλλιών. Αυτό το κούρεμα σε ~ει (: σε κάνει άλλον άνθρωπο). Μην ~ξεις τίποτα! Η εμπειρία αυτή/ο χρόνος με ~ξε. Η μπάλα/το πλοίο ~ξε πορεία. Το αρχικό κείμενο ~χτηκε (= αλλοιώθηκε, μεταβλήθηκε).|| ~ει η διαδικασία/η διάθεση/ο κανονισμός/το κλίμα/η νοοτροπία. Ο κόσμος δεν ~ει από τη μια στιγμή στην άλλη. ~ουν τα δεδομένα/οι προτιμήσεις/τα σχέδια. ~ αισθητά/απότομα/αυτόματα/γρήγορα/δραματικά/δραστικά/ριζικά. Ο καιρός από αύριο θα ~ξει. Η διατροφή μας/η ζωή σήμερα έχει ~ξει. Δεν έχεις ~ξει καθόλου (ως φιλοφρόνηση σε γνωστά πρόσωπα που συναντά κανείς ύστερα από πολλά χρόνια)! Τι θα ~ζε αν ... Δεν έχει ~ξει τίποτα. Πολλά έχουν ~ξει από τότε. Και τι θα ~ξει; Πβ. διαφοροποιώ, μετα-μορφώνω, -σχηματίζω, -τρέπω, τροποποιώ. 2. αντικαθιστώ, αντικαθίσταμαι από κάτι άλλο: ~ αριθμό (τηλεφώνου)/αυτοκίνητο (: αγοράζω άλλο)/γραμματοσειρά/(για φίδι ή έντομο) δέρμα/διαβατήριο/διεύθυνση (= μετακομίζω)/δρομολόγιο/τους επιδέσμους (σε πληγή)/έπιπλα/θέση/κανάλι (πβ. ζάπινγκ)/λάδια (σε αυτοκίνητο)/λάμπα (: την καμένη με καινούργια)/λάστιχα/όνομα/πίστη (= θρησκεία, πβ. αλλαξοπιστώ)/σεντόνια/σταθμό (συνήθ. στο ραδιόφωνο)/σχολείο/το τραπεζομάντιλο (= βάζω καθαρό)/τρένο (= επιβιβάζομαι σε άλλο)/υπηκοότητα. ~ξε ταχύτητα. Έχει ~ξει τρία σπίτια και δύο δουλειές. Η εταιρεία ~ξε ιδιοκτήτες.|| Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να το ~ξεις (: να επιστρέψεις το προϊόν στο κατάστημα και να πάρεις κάτι άλλο στην ίδια τουλάχιστον τιμή).|| ~ξε η ώρα/ο υπουργός/το ωράριο από θερινό σε χειμερινό/ο χρόνος. Τα σχολικά βιβλία θα ~ξουν. 3. ανταλλάσσω: Θες ν’ ~ξουμε θέσεις/τηλέφωνα;|| (προφ.) Μπορείτε να μου ~ξετε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ (: να μου κάνετε ψιλά, να μου το χαλάσετε); Θα ~ξω χρήματα στην τράπεζα (: για συνάλλαγμα). ~ξαν πλαστά δολάρια σε/με ευρώ. 4. βάζω διαφορετικά ή καθαρά ρούχα ή βοηθώ κάποιον να το κάνει: Περίμενε ν’ ~ξω (φόρεμα) και φύγαμε!|| Ο μπαμπάς ~ει το μωρό (: τις λερωμένες πάνες). Ο ασθενής πρέπει να ~χτεί. ● ΦΡ.: αλλάζει πρόσωπο: μεταβάλλεται η δομή, η μορφή του: Η πόλη ~ ~ και εκσυγχρονίζεται. Η ιστοσελίδα ~ξε ~ μετά τον ανασχεδιασμό της., αλλάζει τα λόγια του (αρνητ. συνυποδ.): τροποποιεί, αναιρεί τα όσα είπε, λέει άλλα: Γιατί, άραγε, τώρα ~ ~; Υπόσχεται πράγματα και μετά τα αλλάζει (: δηλώνει το ακριβώς αντίθετο)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα: συνάπτει πολύ συχνά εφήμερες ερωτικές σχέσεις., αλλάζει χέρια: περνά σε άλλον ιδιοκτήτη, αποκτά νέο: Η εταιρεία ~ ~. [< αγγλ. change hands] , αλλάζουν οι καιροί: οι καταστάσεις μεταβάλλονται (συχνά προς το αντίθετο): Βρε πώς ~ ~! Εσύ δεν την ήθελες και τώρα τρέχεις από πίσω της;, αλλάζω δρόμο {συνήθ. στον αόρ.} 1. & αλλάζω πεζοδρόμιο: τροποποιώ την πορεία μου, για να αποφύγω κάποιον: Μόλις με είδε, ~ξε ~. 2. (μτφ.) ακολουθώ διαφορετική κατεύθυνση: Όταν είδαν τα σκούρα, ~ξαν ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα (μτφ.): αλλάζω τρόπο σκέψης ή συμπεριφορά, κάνω στροφή στη ζωή μου: Από τη στιγμή που έπιασα δουλειά, η ζωή μου ~ξε πορεία/ρότα. Πρέπει να ~ξεις σελίδα/ζωή και να τον ξεχάσεις., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου): ξεφεύγω από τη ρουτίνα: Πρέπει να φύγω από εδώ, ν' ~ξω ~. Πήγαινε μια βόλτα να ξεσκάσεις και ν' ~ξεις ~., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά (λαϊκό): αλλάζω στάση, συμπεριφορά: Δεν ~ει τροπάρι. Για ~ξε ~, φτάνει πια αυτή η γκρίνια!, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση: αλλάζω θέμα από αμηχανία, για να βγω από τη δύσκολη θέση: ~σε ~ έξυπνα/τεχνηέντως και δεν απάντησε σ' αυτό που τον ρώτησα., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες: μεταβάλλω τη γνώμη, τη νοοτροπία ή την ιδεολογία κάποιου, τον μεταπείθω: Πήρε την απόφασή του· ό,τι και να κάνεις, δεν του ~εις μυαλά. Αγύριστο κεφάλι, δύσκολα του ~εις ιδέες., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς (παροιμ.): για επιφανειακή και όχι ουσιαστική μεταβολή. Πβ. όχι Γιάννης, Γιαννάκης., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα (μτφ.): αισθάνθηκε έντονη αμηχανία, θυμό, ζήλια (άσπρισε, κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, χλόμιασε): Μόλις του ζήτησα να βγούμε, ~ξε ~., δεν τον/την/το αλλάζω με τίποτα: για κάποιον ή κάτι αναντικατάστατο, πολύτιμο, πολύ χρήσιμο: Την αγάπη του κόσμου δεν την ~ ~., το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα: για επανατοποθέτηση σε ένα θέμα: Θέλεις κι εσύ μερίδιο; Ε, τότε ~ ~. Αν το φτιάξεις μόνος σου, ~ ~., αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα [< μεσν. αλλάζω, αγγλ. change, γαλλ. changer, γερμ. ändern]

απόσπασμα

απόσπασμα[ἀπόσπασμα] α-πό-σπα-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (+ από/+ γεν.) τμήμα, μέρος συνόλου (συνήθ. γραπτού ή προφορικού κειμένου ή έργου τέχνης): ~ από το βιβλίο/τα πρακτικά. ~ ληξιαρχικής πράξης/ποινικού μητρώου. Κινηματογραφικό/μουσικό ~. Εκτενή/επιλεγμένα/ηχητικά ~ατα. ~ατα λογοτεχνικών έργων. Πβ. παράθεμα, κομμάτι. Βλ. εδάφιο, περικοπή, χωρίο. 2. ΣΤΡΑΤ. τμήμα στρατιωτικών ή αστυνομικών που συγκροτείται προσωρινά, για να εκτελέσει ειδική υπηρεσία: καταδιωκτικό ~.αποσπάσματα (τα): ΦΙΛΟΛ. σωζόμενα τμήματα από χαμένα έργα αρχαίων συγγραφέων: Τα ~ των προσωκρατικών. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστικό απόσπασμα (παλαιότ.): στρατιωτικό άγημα που είχε ως αποστολή να εκτελεί όσους είχαν καταδικαστεί σε θάνατο., τιμητικό άγημα/απόσπασμα βλ. άγημα ● ΦΡ.: (στήνω/στέλνω κάποιον/κάτι) στο απόσπασμα 1. (μτφ.) καταπατώ, υποβαθμίζω: Τα ανθρώπινα δικαιώματα/οι ελευθερίες στήνονται ~ ~. 2. (παλαιότ.) καταδικάζω κάποιον σε θάνατο: Το στρατοδικείο τον έστειλε ~ ~. [< 1: αρχ. ἀπόσπασμα, γαλλ. fragment, extrait 2: γαλλ. détachement]

βέρσο

βέρσοβέρ-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΙΛΟΛ. η πίσω όψη χειρογράφου ή τυπωμένου κειμένου. ΑΝΤ. ρέκτο [< γαλλ. verso, νεολατ. (folio) verso]