Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σεμνός , ή, ό σε-μνός επίθ. 1. που σέβεται τις κοινωνικές συμβάσεις, διακρίνεται για την αξιοπρέπεια, την ευπρέπεια, τη σοβαρότητα ή/και τη συστολή του: (για πρόσ.) ~ός: οικογενειάρχης. ~ό: κορίτσι/παιδί. Πβ. αιδήμων, ντροπαλός, συνεσταλμένος.|| ~ή: εκδήλωση/ζωή/παρουσία. ~ό: ντύσιμο/ύφος/χαμόγελο. Απλή και ~ή τελετή. ~ό αφιέρωμα μνήμης και τιμής. Πβ. ευ-, σεμνο-πρεπής, κόσμιος. ΑΝΤ. άσεμνος 2. που δεν προβάλλεται, μετριόφρων: ~ός: αγωνιστής/δημιουργός/επιστήμονας. ~ή: μορφή/προσωπικότητα. Πβ. ταπεινός. ΑΝΤ. αλαζόνας, επηρμένος, υπερόπτης ● επίρρ.: σεμνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: αρχ., μτγν. σεμνός 2: γαλλ. modeste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.