σεντόνι σε-ντό-νι ουσ. (ουδ.) {σεντον-ιού} 1. μεγάλο ορθoγώνιο ύφασμα άσπρο ή χρωματιστό, με το οποίο καλύπτεται ή στρώνεται το κρεβάτι: βαμβακερό/διπλό/δροσερό/εμπριμέ/μάλλινο/μονό/νεκρικό (= σάβανο)/νυφικό/σατέν ~. Κεντητά/λινά/(παλαιότ.) υφαντά ~ια. Σετ ~ια/~ιών. ~ια με λάστιχο. Απλώνω/στρώνω/τινάζω το ~. Κουκουλώνομαι κάτω από το ~. Σκεπάστηκε με το ~. Τυλίχτηκε στο/με το ~. Αλλάζω (τα) ~ια. Πβ. κατω-, πανω-σέντονο. Βλ. κλινοσκέπασμα, κουβέρτα, λευκά είδη, πάπλωμα.|| Στριφογύριζε στα ~ια (= είχε αϋπνίες).2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά εκτενές κείμενο (σχόλιο, άρθρο, ανακοίνωση), συνήθ. σε εφημερίδα ή περιοδικό. || (ως παραθετικό σύνθ.) Άρθρο-~ (= μακροσκελέστατο). ● Υποκ.: σεντονάκι (το) ● Μεγεθ.: σεντονάρα (η) [< μεσν. σεντόνι]
κλινοσκέπασμα
κλινοσκέπασμακλι-νο-σκέ-πα-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. κλινοσκεπάσματα} (επίσ.): κάθε είδος υφάσματος (σεντόνι, κουβέρτα) που χρησιμοποιείται στο κρεβάτι. Πβ. απλάδι, βελέντζα, κουβερλί, μπατανία, στρωσίδι. [< γερμ. Bettdecke, γαλλ. literie]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.