Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • Σεραφείμ Σε-ρα-φείμ ουσ. (ουδ.) {άκλ., συνήθ. στον πληθ.} & Σεραφίμ: ΕΚΚΛΗΣ. τάγμα αγγέλων με έξι φτερούγες που, κατά την ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση, πλαισιώνουν τον θρόνο του Θεού· κάθε άγγελος που ανήκει σε αυτό. Βλ. εξαπτέρυγο, Χερουβείμ. [< μτγν. Σεραφ(ε)ίμ]
  • σεραφικός , ή, ό σε-ρα-φι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τα Σεραφείμ. Βλ. αγγελ-, χερουβ-ικός. [< μεσν. σεραφικός, γαλλ. séraphique]

εξαπτέρυγο

εξαπτέρυγο[ἑξαπτέρυγο] ε-ξα-πτέ-ρυ-γο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικός δίσκος όπου απεικονίζονται άγγελοι με έξι φτερά (Σεραφείμ), ο οποίος στηρίζεται στην κορυφή κονταριού και χρησιμοποιείται σε λιτανείες και τελετές: Επιτάφιος συνοδευόμενος από τα ~α. 2. (μτφ.-ειρων.) κόλακας της εξουσίας, έμπιστο και υποτακτικό άτομο ηγέτη ή άλλου ισχυρού προσώπου. Βλ. αυλοκόλακας. [< μεσν. εξαπτέρυγον]