ολυμπιακός, ή, ό [ὀλυμπιακός] ο-λυ-μπι-α-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) που σχετίζεται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες: ~ός: βωμός/εθελοντισμός/ύμνος/χάρτης (: που ορίζει τις αρχές που διέπουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την τήρησή τους από την εκάστοτε διοργανώτρια πόλη). ~ή: αποστολή/ιδέα (= ολυμπισμός)/νίκη/χορηγία. ~ό: ιδεώδες/κέντρο (π.χ. κωπηλασίας, ξιφασκίας)/μετάλλιο/πάρκο/πνεύμα/ρεκόρ/στάδιο/συγκρότημα/τουρνουά. ~ές: αξίες/διακρίσεις/εγκαταστάσεις/υποδομές. ~ά: αγωνίσματα. Διεθνής ~ή Ακαδημία (ακρ. ΔΟΑ)/Επιτροπή (ακρ. ΔΟΕ). Σχεδιασμός ~ής ασφάλειας. Βλ. μετα~, παρα~, προ~.|| ~ές: σπουδές. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε συμφωνεί ή γίνεται με τις προδιαγραφές των Ολυμπιακών Αγώνων: γήπεδο/πισίνα ~ών διαστάσεων (= πενηντάρα). ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες & Σπέσιαλ Ολύμπικς: ΑΘΛ. αθλητική διοργάνωση που διεξάγεται κάθε δύο χρόνια και στην οποία συμμετέχουν παιδιά και ενήλικοι με νοητική υστέρηση. Βλ. Παραολυμπιακοί Αγώνες. [< αγγλ. Special Olympics, 1968] , ολυμπιακή εκεχειρία: η ιδέα και το κίνημα για την επαναφορά του θεσμού κατάπαυσης των εχθροπραξιών στην υφήλιο κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακή Οικογένεια: τα πρόσωπα τα οποία απαρτίζουν τις αντιπροσωπείες των χωρών που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες (π.χ. αθλητές, προπονητές, συνοδοί)., ολυμπιακή παιδεία: παιδαγωγικό πρόγραμμα που έχει ως στόχο τον καθορισμό ή/και την τροποποίηση προτύπων συμπεριφοράς των νέων, σύμφωνα με τις διαχρονικές αξίες του ολυμπισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού., ολυμπιακή σημαία: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· αποτελείται από πέντε κύκλους (μπλε, μαύρο, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο) που συμπλέκονται σε άσπρο φόντο και αντιστοιχούν σε καθεμία από τις πέντε ηπείρους., ολυμπιακή φλόγα: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· η τελετή αφής της γίνεται αρκετούς μήνες πριν από την έναρξή τους στο βωμό της Αρχαίας Ολυμπίας και παραμένει αναμμένη μέχρι την τελετή λήξης τους: η άφιξη/η παράδοση/το ταξίδι/η υποδοχή της ~ής ~ας., ολυμπιακό χωριό: οικισμός στον οποίο φιλοξενούνται κυρ. οι αθλητές κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακοί Αγώνες & (προφ.) Ολυμπιακοί & (επίσ.) Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 1. ΑΡΧ. οι σημαντικότεροι αθλητικοί αγώνες που τελούνταν πανελληνίως προς τιμήν του Δία κάθε τέσσερα χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία: Οι ~ ~ έγιναν για πρώτη φορά το 776 π.Χ. ΣΥΝ. Ολύμπια (τα) 2. η μεγαλύτερη παγκόσμια αθλητική διοργάνωση που φιλοξενείται από διαφορετική διοργανώτρια πόλη κάθε τέσσερα χρόνια και στην οποία συμμετέχουν αθλητές από όλο τον κόσμο: Οι πρώτοι σύγχρονοι ~ ~ έγιναν στην Αθήνα το 1896. Οι πρώτοι ~ ~ Νέων διεξήχθησαν τον Αύγουστο του 2010 στη Σιγκαπούρη (: για νέους ηλικίας 14-18 χρονών). Τελετή έναρξης/λήξης των ~ών ~ων. Η μασκότ των ~ών ~ων. Βλ. παραολυμπιάδα. ΣΥΝ. Ολυμπιάδα (2), ολυμπιακός όρκος: όρκος που απαγγέλλει αθλητής ή αθλήτρια της διοργανώτριας χώρας και ένας κριτής για λογαριασμό όλων των αθλητών και των κριτών αντίστοιχα που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά την εναρκτήρια τελετή τους., Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες: ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες για χειμερινά αθλήματα και αγωνίσματα στον πάγο., ολυμπιακή δάδα βλ. δάδα, ολυμπιακή λαμπαδηδρομία βλ. λαμπαδηδρομία [< αρχ. Ὀλυμπιακός, γαλλ. olympique, αγγλ. olympic]
σηκώνωση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σήκω-σα, σηκώ-θηκα, -μένος, προστ. αορ. σήκω, σηκωθείτε, σηκών-οντας} 1. μετακινώ κάτι σε υψηλότερο σημείο· κινώ προς τα πάνω, υψώνω, ανεβάζω: ~ το ακουστικό/τηλέφωνο. Μη ~εις βάρος (πβ. βαστώ, κρατώ). Πόσα κιλά μπορείς να ~σεις; ~σε τη βαλίτσα. ~σε από κάτω μια πέτρα. ~θηκαν (= απογειώθηκαν) τα αεροσκάφη/ελικόπτερα.|| ~ την ασφάλεια/τον μοχλό/την τέντα (: την τυλίγω προς τα πάνω)/το χειρόφρενο. ~σε το χέρι του, για να ζητήσει τον λόγο. ~σε το βλέμμα/τα μάτια της στον ουρανό (πβ. στρέφω). Είχε ~σει το πόδι του από το γκάζι. ~ομαι στις μύτες των ποδιών.|| ~θηκαν άγρια και απειλητικά κύματα. Ο ήλιος είχε ~θεί ψηλά. ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. (προφ.) κάνω κάποιον να σταθεί όρθιος· ξυπνώ· (για εκπαιδευτικό) εξετάζω μαθητή: Ο προπονητής ~σε τους αναπληρωματικούς για ζέσταμα. Τους ~σε από το τραπέζι. Μη ~εσαι! Σήκω να χορέψεις! ~θηκε από τη θέση του/και τον ακολούθησε/να φύγει. (για ζώο) Η αρκούδα ~θηκε στα πισινά της πόδια.|| (ειδικότ.) Μας ~σε από τον καναπέ (: μας υποχρέωσε να δραστηριοποιηθούμε).|| Την ~σε από τον ύπνο. Τι ώρα ~εσαι το πρωί;|| Ο δάσκαλος με ~σε στο μάθημα/στον πίνακα. ΑΝΤ. ξαπλώνω (3) 3. (μτφ., για αναστάτωση, ταραχή) προκαλώ: Η δήλωσή του ~σε θύελλα αντιδράσεων/διαμαρτυριών. ~θηκε κύμα εξεγέρσεων εναντίον ... Πβ. δημιουργώ, ξε~. 4. (μτφ.) αναλαμβάνω κάτι δύσκολο, επωμίζομαι: ~ει την ευθύνη. ~σε το βάρος του αγώνα/της ενοχής. 5. (μτφ.) αντέχω: Δεν τα ~ τα ξενύχτια/φάρμακα.|| (κυριολ. για υλική κατασκευή) Γέφυρα που μπορεί να ~σει μέχρι δύο τόνους βάρος. Τα δοκάρια ~ουν (= στηρίζουν, υποβαστάζουν) την πλάκα (της οικοδομής). 6. (προφ.) ανέχομαι, υπομένω, δέχομαι: Δεν ~ει άλλο την κοροϊδία. Δεν ~ αντίρρηση/αστεία/κουβέντα/προσβολές. Πβ. επιτρέπω. 7. (προφ.) κλέβω: ~σαν δέκα χιλιάδες ευρώ. Τα ~σαν όλα οι διαρρήκτες. Πβ. αρπάζω, κατακλέβω. 8. (προφ.) κάνω ανάληψη: ~σε όλα τα λεφτά από τον λογαριασμό της. Είχε ~σει τις καταθέσεις του από την τράπεζα. 9. (προφ.) χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω: ~σε πέντε ορόφους. (για κατασκευαστή:) ~ει πολυκατοικίες. Πβ. υψώνω. 10. (προφ.) μαζεύω: Έχουν ~σει το τραπέζι/τα χαλιά. Πβ. ξεστρώνω. ΑΝΤ. στρώνω (1) ● σηκώνει (προφ.-μτφ.) 1. επιδέχεται, αφήνει περιθώριο για κάτι: Πρόταση που ~ (= χωρά) πολλή σκέψη. Το ζήτημα δεν ~ αναβολή/καθυστέρηση. 2. απαιτεί, καθιστά απαραίτητο (κάτι): Η υπόθεση ~ καφέ/ποτό/τσιγάρο.|| Η κατάσταση του τραυματία ~ ακόμη και χειρουργείο. ● Παθ.: σηκώνομαι 1. {μόνο στο γ' εν.} (για φυσικό φαινόμενο που) αρχίζει να γίνεται έντονα αισθητό: ~θηκε αέρας/θύελλα/τρικυμία. Είχε ~θεί ομίχλη. 2. (μτφ.-προφ.) συνέρχομαι από ασθένεια: ~θηκε από την αρρώστια (= αποθεραπεύτηκε). 3. (μτφ.-προφ.-παλαιότ.) ξεσηκώνομαι, επαναστατώ. ● ΦΡ.: (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του): ως ένδειξη άγνοιας, αδιαφορίας: ~ ~ αμήχανα. ~σε ~ με απορία., δεν σηκώνω κεφάλι (προφ.): για να δηλωθεί η αφοσίωση σε κάτι, η εντατική ενασχόληση με κάτι: ~ ~ (= απορροφώμαι) από το βιβλίο. Δεν ~ει ~, δουλεύει απο το πρωί μέχρι το βράδυ., μου σηκώνεται (προφ.): διεγείρομαι, έχω στύση. Πβ. καυλώνω. ΑΝΤ. μου πέφτει, σήκω εσύ, να κάτσω εγώ (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για την προσπάθεια κάποιου να καταλάβει θέση, αξίωμα που ανήκει σε άλλον., σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο ιεραρχικά κατώτερος εκφράζει αμφισβήτηση ή εναντίωση προς τον ανώτερό του., σηκώνει (πολύ) νερό (μτφ.-προφ.): για κάτι σχετικό ή ασαφές, που επιδέχεται (πολλή) συζήτηση, ανάλυση και διαφορετικές ερμηνείες: Έννοια/θέμα/μεγάλη κουβέντα που ~ ~. , σηκώνει (τη) μύτη (μτφ.-προφ.): φέρεται αλαζονικά: Παρά τις επιτυχίες του, ποτέ δεν ~σε ~. Πβ. έχει ψηλά τη μύτη., σηκώνει στην πλάτη/στις πλάτες του (μτφ.): για ευθύνη που αναλαμβάνει, επωμίζεται κάποιος: ~ ~ τα οικονομικά βάρη/τα χρέη. Πβ. στην καμπούρα (κάποιου)., σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία: για να δηλωθεί έναρξη παράστασης, σειράς παραστάσεων ή γενικότ. θεάματος, εκδήλωσης, διαδικασίας: Το καρναβάλι/φεστιβάλ σηκώνει/ανεβάζει την ~ του.|| Σηκώνεται ~ της 1ης αγωνιστικής. Ανοίγει ~ του διαλόγου/των συνομιλιών. ΑΝΤ. κλείνει/πέφτει η αυλαία. [< γαλλ. lever le rideau] , σηκώνομαι και φεύγω (εμφατ.): φεύγω από κάπου (έναν χώρο, μια επαγγελματική θέση): ~ ~ βιαστικός.|| Μόλις τελειώσει το συμβόλαιό μου, θα σηκωθώ και θα φύγω (βλ. τα βρόντηξε). Αν δεν σου αρέσει, σήκω και φύγε. , σηκώνω κεφάλι (μτφ.) 1. προβάλλω αντίσταση, αντιδρώ: ~ ~ και ζητώ τα κεκτημένα μου. ΑΝΤ. σκύβω το κεφάλι (2) 2. ορθοποδώ: Δεν μπορεί να ~σει ~ από τα χρέη και τους λογαριασμούς. , σηκώνω μπαϊράκι/παντιέρα (μτφ.-προφ.): εναντιώνομαι σε κάτι, επαναστατώ: Έχει ~σει δικό του μπαϊράκι (πβ. κάνει του κεφαλιού του). ~σαν την παντιέρα της αντίστασης/της εξέγερσης., σηκώνω στα χέρια (μου): υψώνω και κρατώ κάποιον ή κάτι ψηλά: Τον ~σαν ~, φωνάζοντας ρυθμικά το όνομά του (πβ. αποθεώνω). ~σαν ~ τους το τρόπαιο., σηκώνω στο πόδι (μτφ.-προφ.): αναστατώνω, ξεσηκώνω: ~σε ~ όλη τη γειτονιά., σηκώνω τα χέρια ψηλά & σηκώνω ψηλά τα χέρια: για να δηλωθεί αποτυχία, αδυναμία: ~σε ~ και παραδόθηκε.|| (συνήθ. μτφ.) ~ ~ και παραδέχομαι την ήττα μου. ~ ~· δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκέφτεσαι. Η επιστήμη σηκώνει ~ ~ (: σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να επιλυθεί ή να εξηγηθεί λογικά κάτι)., σηκώνω τη σημαία 1. {κυρ στο γ' πρόσ.} (στο ποδόσφαιρο) κάνει σινιάλο, κρατώντας ψηλά το σημαιάκι: Ο επόπτης ~ει ~ του, για να υποδείξει το οφσάιντ. 2. είμαι σημαιοφόρος: ~σε ~ στην παρέλαση. 3. (μτφ.) διακηρύσσω: ~ ~ της αντίστασης/επανάστασης/κάθαρσης/μεταρρύθμισης. ΣΥΝ. υψώνω τη σημαία (2), σηκώνω χέρι (προφ.): χειροδικώ: ~σε ~ πάνω μου. , σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε (προφ.): για να δηλωθεί δουλική υποταγή: Τον έχει "~ ~" (πβ. έχω κάποιον του χεριού μου). Είχε τη δική του προσωπικότητα, δεν ήταν "~ ~". , (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου βλ. τσέπη, (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του βλ. σταυρός, ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) βλ. ανεβάζω, ανοίγω πανιά βλ. πανί, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι βλ. δάχτυλο, δεν με σηκώνει το κλίμα βλ. κλίμα, δεν σηκώνει αστεία βλ. αστείο, δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του βλ. μύγα, η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κουβαλώ/σηκώνω στους ώμους (μου) βλ. ώμος, μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί βλ. πέτσα, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, σηκώνει/υψώνει ανάστημα βλ. ανάστημα, σηκώνομαι από το κρεβάτι βλ. κρεβάτι, σηκώνω (την) άγκυρα βλ. άγκυρα, σηκώνω αντάρτικο βλ. αντάρτικο, σηκώνω σκόνη βλ. σκόνη, σηκώνω τα μανίκια βλ. μανίκι, σηκώνω το γάντι βλ. γάντι, σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης βλ. λάβαρο, σηκώνω/υψώνω το ποτήρι βλ. ποτήρι, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, υψώνω/σηκώνω τη φωνή μου βλ. φωνή [< μεσν. σηκώνω, γαλλ. lever]
ταμπούρλο
τα-μπούρ-λο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μικρό τύμπανο μπάντας με μεμβράνες στις δύο πλευρές του. Πβ. ταμπούρο. ● ΦΡ.: με σημαίες και (με) ταμπούρλα (μτφ.): με τυμπανοκρουσίες: Πήγαν στις κάλπες με ~ ~., παίζω ταμπούρλο (με) τα δάχτυλά μου (μτφ.-προφ.): χτυπώ ρυθμικά το ένα μετά το άλλο τα δάχτυλα του χεριού σε επιφάνεια, συνήθ. λόγω εκνευρισμού ή αγωνίας., παίζω ταμπούρλο στην πλάτη κάποιου (μτφ.-προφ.): τον παραπλανώ, τον κοροϊδεύω ή τον χρησιμοποιώ, συνήθ. για δικό μου όφελος., η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο βλ. καρδιά [< ιταλ. διαλεκτ. tamburlo < tamburo]
υποστέλλω[ὑποστέλλω] υ-πο-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {υπέστειλε, υποστείλει, (λόγ.) υπεστάλη, υποσταλεί, υποστέλλ-οντας} (λόγ.) 1. μετακινώ προς τα κάτω, χαμηλώνω: Υπέστειλαν τα λάβαρα (ΑΝΤ. υψώνω). 2. (μτφ.) ελαττώνω, περιορίζω: Αποφάσισαν να μην υποστείλουν τους αγώνες τους. ● ΦΡ.: υποστέλλω τη σημαία 1. την κατεβάζω από τον ιστό της. 2. (μτφ.) παραιτούμαι από προσπάθεια, στόχους: Δεν υπέστειλε ~ του καθήκοντος/του χρέους. [< αρχ. ὑποστέλλω]
υποστολή[ὑποστολή] υ-πο-στο-λή ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υποστολή (της) σημαίας 1. κατέβασμα της σημαίας από τον ιστό της: επίσημη έπαρση και ~ ~. Τελετή ~ής της ~ας. ΑΝΤ. ύψωση. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος εγκαταλείπει την ενεργό δράση: ~ ~ για τον ποδοσφαιριστή μετά από είκοσι χρόνια στα γήπεδα. [< μτγν. ὑποστολή ‘περιορισμός, μείωση’]
κάρο
φόρ-μου-λα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) προκαθορισμένος, συστηματικός τρόπος βάσει του οποίου γίνεται κάτι: νομική/συμβιβαστική ~. ~ συνεργασίας. Η αντιμετώπιση του προβλήματος θα στηριχτεί σε μια αποδεκτή/κοινή ~. Το υπουργείο αναζητά ~ για την καταβολή των αποζημιώσεων. Πβ. σχήμα. 2. ΑΘΛ. {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Φ) πρωτάθλημα αγώνων με μονοθέσια αυτοκίνητα που διακρίνεται σε κατηγορίες (1, 2, 3), ανάλογα με τις προδιαγραφές των αυτοκινήτων που συμμετέχουν σε αυτό· το αντίστοιχο μηχανοκίνητο σπορ: οδηγός/πιλότος/πίστα/πρωτάθλημα της ~ 1 (F1). Σημαίες της ~ (: άσπρη, καρό, κίτρινη, κόκκινη, πράσινη, ριγέ, μαύρες, μπλε). Βλ. γκραν πρι. 3. μαθηματικός ή φυσικοχημικός τύπος: ~ για τον υπολογισμό του ... 4. σύνθεση, παρασκεύασμα: επαναστατική/μυστική/πατενταρισμένη/πρωτοποριακή ~. Αντιγηραντική ~ για την περιοχή των ματιών. [< ιταλ. formula 1,3,4: αγγλ. formula, γαλλ. formule 2: αγγλ. ~, 1927]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ