Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 9 εγγραφές  [0-9]


  • σημείο [σημεῖο] ση-μεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μέρος, θέση που προσδιορίζεται με ακρίβεια· ειδικότ. ορισμένη περιοχή του σώματος: ~ αναχώρησης/αφετηρίας/άφιξης/εισόδου-εξόδου/εκκίνησης/εστίασης/ισορροπίας/προορισμού/συνάντησης/τερματισμού. ~ ελέγχου διαβατηρίων/πώλησης προϊόντων/σύνδεσης των καλωδίων. ~ του χώρου. Μεθοριακό ~ διέλευσης. Κεντρικό ~ της πόλης. Το ακριβές ~ της πτώσης του μετεωρίτη. Το ανώτερο ~ της διαδρομής. Ευστόχησε από το ~ του πέναλτι. Πόλη χτισμένη σε στρατηγικό ~. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες του ~ου (= τόπου) που βρισκόμαστε. Τα φωτεινότερα ~α του ουρανού.|| ~ του θώρακα/κεφαλιού/ποδιού/χεριού. ~ στήριξης της πλάτης. 2. (μτφ.) τμήμα ευρύτερου συνόλου: Το θετικό ~ του κειμένου/νομοσχεδίου. Το επίμαχο ~ της εκπομπής/ομιλίας. Εξηγεί κάθε ~ των θέσεών της. Αρκετά ~α του βιβλίου είναι αμφιλεγόμενα. Διευκρίνισε τα δύσκολα/κυριότερα ~α της ύλης. Βασικά ~α της υπόθεσης παραμένουν αδιερεύνητα. Τα ενδιαφέροντα/κωμικά/μελανά ~α της παράστασης/ταινίας. Τα ~α-κλειδιά του σχεδίου διάσωσης. 3. συγκεκριμένη χρονική στιγμή· κατ' επέκτ. φάση, στάδιο: χρονικό ~. Στο ~ αυτό αξίζει/πρέπει να ... Από το ~ αυτό και μετά. Κομβικό/κρίσιμο ~ της εξέλιξης. Καθοριστικό ~ του αγώνα.|| Το πιο αποφασιστικό ~ της ιστορίας/πορείας της. Σε ποιο ~ της προετοιμασίας βρίσκεστε; Είναι στο καλύτερο ~ της καριέρας τους. 4. (μτφ.) (σε ποιοτική ή άλλου είδους κλίμακα) βαθμός: έσχατο ~ απανθρωπιάς/ξεπεσμού/παρακμής/υποτέλειας. Μέγιστο/ύψιστο ~ ακμής/δύναμης/μεγαλείου. Έχουν φτάσει στο ύστατο ~ εξευτελισμού. Στο ίδιο ~ ανάπτυξης. Σε ~ αγανάκτησης/απελπισίας/απόγνωσης. Μας ταλαιπώρησαν αφάνταστα, σε τέτοιο ~/σε ~ που δεν αντέχαμε άλλο. Σε/στο ~ μάλιστα που ... Ως ποιο ~/(λόγ.) μέχρι ποίου ~ου είναι διατεθειμένοι να ... Πβ. όριο. 5. σημάδι, αντικειμενική κυρ. ένδειξη: ~α ανάκαμψης/ανάρρωσης/βελτίωσης/κόπωσης/κούρασης/φθοράς/ύφεσης. Πβ. ίχνος, σύμπτωμα.|| Θεϊκά ~α. Πβ. οιωνός. 6. γραπτό σύμβολο: μουσικό/ορθογραφικό/τονικό/τυπογραφικό ~. Το ~ της αφαίρεσης (-)/της διαίρεσης (:)/του πολλαπλασιασμού (x)/της πρόσθεσης (+). (ΑΣΤΡΟΛ.) Τα ζωδιακά ~α (= ζώδια). 7. ΓΕΩΜ. το ελάχιστο, θεμελιώδες στοιχείο του χώρου, το οποίο θεωρητικά έχει θέση, αλλά όχι διαστάσεις: Οι διχοτόμοι των γωνιών ενός τριγώνου διέρχονται από το ίδιο ~ (βλ. έκκεντρο). ~ τομής των διαγωνίων. Έστω Α το δεδομένο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σημεία ζωής: στοιχεία που δείχνουν ότι κάποιος βρίσκεται στη ζωή: Δεν δείχνει ~ ~ (: είναι νεκρός). (Δεν) υπάρχουν ~ ~ (βλ. σφυγμός).|| Δεν έχει δώσει ~ ~ (: έχει εξαφανιστεί, αγνοείται). [< γαλλ. signes de vie] , σημεία των καιρών (ΚΔ): αρνητικά συνήθ. γνωρίσματα συγκεκριμένης εποχής, που θεωρείται ότι προμηνύουν κάτι: ~ο ~ η απαξίωση της εντιμότητας. Τα ~ ~ δείχνουν ότι ..., σημείο μηδέν: η αρχή και κατ΄επέκτ. οριακή και συνήθ. κρίσιμη κατάσταση: Ξεκίνησε και πάλι από το ~ ~. ~ ~ για την ανάληψη της εξουσίας (πβ. ορόσημο).|| Σε ~ ~ οι διαπραγματεύσεις. Η ανθρωπότητα/οικονομία βρίσκεται στο ~ ~. Έχουμε φτάσει στο ~ ~ (: στο απροχώρητο, στο ναδίρ). Βλ. ώρα μηδέν. [< αγγλ. zero point] , σημείο πίεσης 1. στο οποίο ασκείται δύναμη: ~α ~ του σώματος. 2. (μτφ.) μέσο επιρροής, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα: Το ίντερνετ μπορεί να αποτελέσει ισχυρό ~ ~ και κινητοποίησης., το σημείο του σταυρού: ΕΚΚΛΗΣ. οι κινήσεις του δεξιού χεριού με τις οποίες γίνεται το σχήμα του σταυρού· το αντίστοιχο σύμβολο: Έκανε ~ ~ (πβ. κάνω τον σταυρό μου)., αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, ακτινοβόλο σημείο βλ. ακτινοβόλος, απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, αρχιμήδειο σημείο βλ. αρχιμήδειος, γειτονία του σημείου βλ. γειτονία, γλωσσικό σημείο βλ. γλωσσικός, Εθνικό Σημείο Επαφής βλ. επαφή, επώδυνα σημεία βλ. επώδυνος, καίριο σημείο βλ. καίριος, καταφανές σημείο βλ. καταφανής, νεκρό σημείο βλ. νεκρός, σημεία στίξης βλ. στίξη, σημείο ανάφλεξης βλ. ανάφλεξη, σημείο αναφοράς βλ. αναφορά, σημείο βρασμού/ζέσης βλ. βρασμός, σημείο δρόσου βλ. δρόσος, σημείο επαφής βλ. επαφή, σημείο καμπής βλ. καμπή, σημείο παρουσίας βλ. παρουσία, σημείο πήξης βλ. πήξη, σημείο τήξης βλ. τήξη, σημείο τριβής βλ. τριβή, τυφλό σημείο βλ. τυφλός, χιλιομετρική θέση βλ. χιλιομετρικός ● ΦΡ.: με έφερε στο σημείο να (προφ.): με οδήγησε, με εξανάγκασε να: Η φτώχεια την ~ ~ κλέψει. Μας έχει φέρει ~ μη μιλιόμαστε., μέχρι του σημείου να (εμφατ.): για να δηλωθεί ο βαθμός στον οποίο γίνεται κάτι: Έφτασε ~ ~ απειλεί ότι ..., σημεία και τέρατα & τέρατα και σημεία: σοβαρά, αποτρόπαια, σπάνια ή/και περίεργα γεγονότα ή καταστάσεις: Γίνονται/συμβαίνουν ~ ~. Βλέπω/καταγγέλλω ~ ~. , σημείο G (τζι): ΙΑΤΡ. ερωτογενής ζώνη που πιστεύεται ότι βρίσκεται στον γυναικείο κόλπο, της οποίας η διέγερση κατά την ερωτική επαφή μεγιστοποιεί τη σεξουαλική απόλαυση της γυναίκας. Βλ. σεξουαλικότητα. [< αγγλ. Gräfenberg Spot, 1981] , σημείο προς σημείο: λεπτομερειακά, αναλυτικά: Απάντησε ~ ~ σε όλες τις κατηγορίες. Κατέρριψε ~ ~ τα επιχειρήματα των αντιπάλων. Πβ. διεξοδικά., τα τέσσερα σημεία (του ορίζοντα): ο βορράς, ο νότος, η ανατολή και η δύση· κατ' επέκτ. όλος ο κόσμος: προσωπικότητες από ~ ~ του πλανήτη. Είναι (δια)σκορπισμένοι στα ~ ~ της Γης/της οικουμένης/του ορίζοντα. [< γαλλ. les quatre points cardinaux] , φτάνω σε οριακό σημείο: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο: Η κατάσταση/κρίση έχει φτάσει ~ (= στο απροχώρητο).|| (σπανιότ. για πρόσ.) Έχουμε φτάσει ~ (= στο μη περαιτέρω)., φτάνω στο σημείο να ... (προφ.): περιέρχομαι σε άσχημη, δυσάρεστη κατάσταση, καταντώ: Έφτασα ~ μην πιστεύω τίποτα απ' όσα λέει.|| Έχει φτάσει ~ φοβάται με το παραμικρό., ως ένα σημείο & μέχρι(ς) ενός σημείου/ένα σημείο: για κάτι που γίνεται εν μέρει δεκτό ή φτάνει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ή στάδιο: ~ ~, οι απόψεις/παρατηρήσεις του είναι σωστές. Ο στόχος μας, ~ ~, εκπληρώθηκε. Σε δικαιολογώ/καταλαβαίνω ~ (ορισμένο) ~. ΣΥΝ. εν τινι μέτρω, ως έναν βαθμό [< αγγλ. up to a point] , νίκη στα σημεία βλ. νίκη, νικώ στα σημεία βλ. νικώ, υπερέχει στα σημεία βλ. υπερέχω [< αρχ., μτγν. σημεῖον, αγγλ.-γαλλ. point, γαλλ. signe]
  • σημειο- : α' συνθετικό που αναφέρεται σε σύστημα σημείων, συμβόλων: ~γραφία.|| ~λογία.
  • σημειογραφία ση-μει-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. παρασημαντική.
  • σημειογραφικός , ή, ό ση-μει-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη σημειογραφία: το ~ό σύστημα της βυζαντινής μουσικής. ● επίρρ.: σημειογραφικά [< μτγν. σημειογραφικός 'που αναφέρεται στη στενογραφία']
  • σημειολογία ση-μει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. επιστήμη που μελετά τα σημειακά συστήματα (γλώσσες, κώδικες, σύμβολα) κυρ. των ανθρώπων, τα οποία επιτρέπουν την επικοινωνία στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής· συνεκδ. τα σημεία που περιλαμβάνονται σε καθένα από αυτά τα συστήματα. ΣΥΝ. σημειωτική. Βλ. ανάλυση περιεχομένου.|| Η ~ της διαφήμισης/του θεατρικού λόγου/του κινηματογράφου/των λουλουδιών/των χρωμάτων. 2. ΙΑΤΡ. συμπτωματολογία: κλινική/νευρολογική ~. [< 1: γαλλ. sémiologie, περ. 1910, αγγλ. semiology, 1923]
  • σημειολογικός , ή, ό ση-μει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη σημειολογία ή τον σημειολόγο: ~ή: αξία/θεωρία/προσέγγιση. ~ή ανάλυση εικόνας/κειμένου. Πβ. σημειωτικός. [< γαλλ. sémiologique, 1910]
  • σημειολόγος ση-μει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη σημειολογία. [< γαλλ. sémiologue, αγγλ. sem(e)iologist]
  • σημειοσειρά ση-μει-ο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. σύνολο σημείων ευθείας.
  • σημειοσύνολο ση-μει-ο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. σύνολο που αποτελείται από τα σημεία επιφάνειας.

αδύνατος

αδύνατος, η, ο [ἀδύνατος] α-δύ-να-τος επίθ. 1. λεπτός: ~ο: παιδί/πρόσωπο/σώμα. ~α: πόδια/χέρια. ~ σαν οδοντογλυφίδα/στέκα (πβ. ισχνός, καχεκτικός, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος). Πβ. λιγνός. ΑΝΤ. γεμάτος (4), ευτραφής, παχύς (1), παχύσαρκος, χοντρός (1) 2. που δεν μπορεί να γίνει, ακατόρθωτος, ανέφικτος: Ο εντοπισμός του κλέφτη μέσα στο πλήθος ήταν παντελώς ~.|| (απρόσ.) Είναι εκ των πραγμάτων/εντελώς /θεωρητικά/πρακτικά/νομικά/τεχνικά ~ο(ν). Θεωρείται/καθίσταται/κρίνεται ~ο(ν) να ... (εμφατ.) Είναι φύσει ~ο να προλάβω (: δεν γίνεται/δεν είναι καθόλου εφικτό). (Μου) είναι ~ο(ν) να λείψω από τη δουλειά. Στάθηκε ~ο να τον καθησυχάσω.|| (ως επιφών.) Να τον συγχωρέσω για όσα έκανε; ~ον! (= σε καμία περίπτωση). Συνέβη τέτοιο πράγμα; ~ον! (: απίστευτο, δεν μπορώ να το πιστέψω). ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός 3. που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση, αντοχή: ~ος: οργανισμός (ΣΥΝ. αδύναμος, ασθενικός. ΑΝΤ. ανθεκτικός)/σφυγμός/χαρακτήρας (πβ. ευάλωτος). ~η: μνήμη/όραση (ΑΝΤ. οξεία)/φωνή/ψυχή. ~ο: επιχείρημα (ΑΝΤ. ακλόνητο, πειστικό, τεκμηριωμένο)/σήμα (ΣΥΝ. ασθενές)/σχοινί (ΑΝΤ. γερό)/φως (ΣΥΝ. αμυδρό, αχνό, εξασθενημένο).|| (ως ουσ.) Οι δυνατοί/οι ισχυροί και οι ~οι (: οι ασθενέστερες οικονομικά ή κοινωνικά ομάδες ανθρώπων, ΣΥΝ. ανίσχυροι). Παίρνει πάντα το μέρος των ~άτων. ΑΝΤ. δυνατός (1) 4. που έχει ελλείψεις ή δυσκολίες, ανεπαρκής: ~ος: μαθητής (ΣΥΝ. αδύναμος)/φοιτητής. ~ στη γλώσσα/φυσική. Πβ. κακός. Βλ. άριστος, καλός. ΑΝΤ. δυνατός (2) ● Ουσ.: αδύνατο (το): ακατόρθωτο: Επιδιώκω/επιχειρώ/ζητώ/κατορθώνω/κυνηγώ το ~. Μου ζητάς κάτι ~! Πβ. ανέφικτο. ● Υποκ.: αδυνατούλης , α, ικο, αδυνατούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο & αδύναμο/ευαίσθητο/τρωτό/ασθενές: αυτό στο οποίο κάποιος μειονεκτεί ή είναι ευάλωτος: Τον χτύπησε στο ~ ~ του. Πρέπει να βρεις το ~ ~ του αντιπάλου. Πβ. αχίλλειος πτέρνα. [< γαλλ. point faible] , αδύνατος τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. μονοσύλλαβος τύπος. λ.χ. μου αντί εμένα, μας αντί εμάς., αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: είναι των αδυνάτων/ανθρωπίνως αδύνατο(ν) (να ..) (εμφατ.): είναι τελείως ακατόρθωτο: ~ ~ να αφήσω τη θέση μου αυτή τη στιγμή!, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου: κάνω ό,τι μπορώ: Υποσχέθηκε πως θα ~ει τα αδύνατα δυνατά να ... Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, για να τους βοηθήσει. Πβ. όσο περνάει από το χέρι μου. ΣΥΝ. κάνω το παν/τα πάντα [< αρχ. ἀδύνατος, γαλλ. impossible]

ακτινοβόλος

ακτινοβόλος, ος/α, ο [ἀκτινοβόλος] α-κτι-νο-βό-λος επίθ. (λόγ.) 1. που εκπέμπει φως ή ειδικότ. ακτινοβολία: ~ος: αστέρας (πβ. τηλαυγής)/ήλιος (= λαμπερός, λαμπρός). ~α: οπτασία. ~ο: φάσμα. Πβ. φεγγοβόλος.|| ~ος: ενέργεια/(ΦΥΣ.) θερμότητα (= θερμική ακτινοβολία). Βλ. -βόλος. 2. (μτφ.) που αναδίδει χαρά, ζωντάνια, γοητεία, που ασκεί θετική επιρροή: ~ος/α: μορφή/ομορφιά/προσωπικότητα (= λαμπερή). ~ο: έργο/μέλλον (= ελπιδοφόρο)/μυαλό/πνεύμα (πβ. σπινθηροβόλος)/χαμόγελο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακτινοβόλο σημείο: ΑΣΤΡΟΝ. το κέντρο μικρής επιφάνειας στην ουράνια σφαίρα, από όπου, λόγω προοπτικής, φαίνεται να ξεκινούν οι διάττοντες αστέρες. [< αρχ. ἀκτινοβόλος, γαλλ. radiant]

ανάλυση

ανάλυση[ἀνάλυση] α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. λεπτομερής εξέταση ενός γεγονότος, ενός φαινομένου ή μιας έννοιας με εντοπισμό και μελέτη των επιμέρους στοιχείων· κατ' επέκτ. προφορική ή γραπτή ανάπτυξη-παρουσίαση της αντίστοιχης έρευνας: αντικειμενική/βαθιά/εμπεριστατωμένη/ενδελεχής/εξαντλητική/επιφανειακή/κριτική/λεπτομερής/λογική/μουσική/προσεκτική/συστηματική ~. Κοινων(ιολογ)ική/οικονομική/πολιτική ~. ~ των (εκλογικών) αποτελεσμάτων/των δεδομένων/της επικαιρότητας/της κατάστασης/της πορείας (του Χρηματιστηρίου)/των πτυχών ενός ζητήματος/των στοιχείων. ~ έργου (: συστηματική καταγραφή των διακριτών σταδίων-βημάτων μιας εργασίας). ~ μιας θεωρίας/ενός όρου. ~ στα οικονομικά (της εταιρείας). Άρθρα/σχόλια και ~ύσεις. Επιχειρώ/κάνω μια ~ (σε βάθος). (ειρων.) ~ύσεις επί ~ύσεων! Βλ. αυτο~, μετα~, μικρο~, σύνθεση, υπερ~, ψυχ~. 2. διαχωρισμός, με τη χρήση επιστημονικών μεθόδων, ενός δείγματος στα στοιχεία από τα οποία αποτελείται, με σκοπό τον προσδιορισμό τους και τη μελέτη των ιδίων ξεχωριστά καθώς και του συνόλου: (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) δυναμική/εργαστηριακή/μηχανική/μικροσκοπική/φασματοσκοπική/χημική ~. Εργαστήριο/μέθοδοι/συσκευές/τεχνικές ~ης. Ποιοτική και ποσοτική ~ ενός μείγματος. ~ύσεις αερίων/γάλακτος/εδαφών/τροφίμων/υδάτων.|| (ΟΠΤ.) Φωτογραφική ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ιατρικές ~ύσεις. Κάνω ~ αίματος (πβ. εξέταση, τεστ)/ούρων (= καλλιέργεια)/DNA.|| Στατιστική ~.|| (ΦΙΛΟΛ.-ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσολογική/γραμματική/ετυμολογική/σημειωτική/συντακτική ~ (κειμένου). Λογοτεχνική ~ διηγήματος. Βλ. επαν~, ψυχ~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. το πλήθος των πίξελ που εμφανίζονται σε μια οθόνη: ψηφιακή ~. ~ γραφικών/εικόνας. Κάμερα/τηλεόραση/φωτογραφίες υψηλής ~ης. Πβ. ευκρίνεια. 4. ΜΑΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον λογισμό και τη θεωρία των ορίων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος με την οποία εξετάζεται η επίδραση μίας ή περισσότερων ανεξάρτητων μεταβλητών στη διακύμανση μίας εξαρτημένης μεταβλητής: ~ ~ κατά έναν παράγοντα. [< αγγλ. variance analysis, analysis of variance (ANOVA), 1967] , ανάλυση αγοράς: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία εξέτασης των παραγόντων, των συνθηκών και των χαρακτηριστικών μιας αγοράς: ~ ~ καυσίμων. [< αγγλ. market analysis] , ανάλυση κινδύνου/κινδύνων: ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός και εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με χρηματοοικονομικές ή επενδυτικές αποφάσεις: έρευνα/κριτήρια/μελέτη ~ης ~ου. [< αγγλ. risk analysis, 1964] , ανάλυση λαθών/σφαλμάτων: επιστημονική μελέτη της ποιότητας και της ποσότητας των λαθών στο πλαίσιο των μαθηματικών, της γλωσσολογίας και της στατιστικής. [< αγγλ. error analysis, 1963] , ανάλυση (του) λόγου βλ. λόγος, ανάλυση περιεχομένου βλ. περιεχόμενο, ανάλυση συνομιλίας βλ. συνομιλία, ανάλυση συστημάτων βλ. σύστημα, αριθμητική ανάλυση βλ. αριθμητικός, διακριτική ανάλυση βλ. διακριτικός, ενόργανη ανάλυση βλ. ενόργανος, θεμελιώδης ανάλυση βλ. θεμελιώδης, παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων βλ. παραγοντικός, συνδυαστική ανάλυση βλ. συνδυαστικός ● ΦΡ.: σε τελική/σε τελευταία ανάλυση (προφ.-εμφατ.): προκειμένου να αναφερθεί στο τέλος η πιο σημαντική πτυχή ενός θέματος: Νομίζω ότι το πρόβλημα είναι μεγάλο και, ~ ~, αφορά όλους μας. Πβ. άλλωστε, εκτός αυτού/τούτου, εντέλει, εξάλλου, επιπλέον, τελικά. [< γαλλ. en dernière analyse ] [< αρχ. ἀνάλυσις ‘απαλλαγή, αποσύνθεση, επίλυση’, γαλλ. analyse, αγγλ. analysis, γερμ. Analyse, γαλλ.-αγγλ. resolution]

ανάφλεξη

ανάφλεξη[ἀνάφλεξη] α-νά-φλε-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. έναρξη της καύσης, δηλ. της ένωσης οξυγόνου με καύσιμη ύλη, με μεσολάβηση εξωτερικής πηγής, όπως σπινθήρα, φλόγας: άμεση ~. ~ αερίου/εκρηκτικών/εύφλεκτης ουσίας. Θερμοκρασία/κίνδυνος ~ης. ~έξεις φυσικού αερίου. Προκαλείται ~. Πβ. λαμπάδιασμα. ΣΥΝ. έναυση 2. (μτφ.) αναζωπύρωση, ξέσπασμα, συνήθ. εντάσεων, ταραχών, πολέμου: γενική/παγκόσμια/πολεμική ~. ~ της βίας/των παθών. Επεισόδιο που οδήγησε σε ~ (στην περιοχή). Πβ. αναθέρμανση, πυροδότηση. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε βενζινοκίνητες μηχανές) παραγωγή σπινθήρα· συνεκδ. αναφλεκτήρας, μπουζί: ελεγχόμενη/ηλεκτρ(ον)ική ~. Καλώδια ~ης. Βλ. αβάνς, προ~, προπορεία, πυρ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη ανάφλεξη: αυτανάφλεξη., σημείο ανάφλεξης: ΧΗΜ. η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία η επίδραση φλόγας ή σπινθήρα προκαλεί καύση των ατμών πτητικού υγρού, κυρ. προϊόντος του πετρελαίου. [< αγγλ. flash point] [< 1: μτγν. ἀνάφλεξις 2: γαλλ. conflagration 3: γαλλ. allumage]

δυστύχημα

δυστύχημα

[ἀναφορά] α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. προφορικός ή γραπτός λόγος για κάτι: άμεση/αναλυτική/απλή/αόριστη/γενική/ειδική/εκτενής/έμμεση/ευθεία (: χωρίς περιστροφές)/ευρεία/περιληπτική/σαφής/συχνή/τυχαία/υπαινικτική (πβ. νύξη) ~. ~ σε γεγονότα του παρελθόντος/στην κατάσταση/σε κάποιο πρόβλημα. Έκανε ~ στο/για το ... Γίνεται/υπάρχει ~ σε κάτι. Ντοκιμαντέρ με ~ στο περιβάλλον. Το κείμενο δεν περιέχει καμιά ~ στο ... ~ές στο επιστημονικό έργο. Πβ. μνεία. Βλ. αυτο~, ετερο~. 2. παράθεση: ενδεικτική/εξαντλητική/λεπτομερής/ονομαστική/συνοπτική ~. (Σωστή) ~ των γεγονότων/του ονόματος/της πηγής (πβ. παραπομπή). Βιβλιογραφική ~ (: παρουσίαση της βιβλιογραφίας στο τέλος μιας μελέτης). Βλ. ετερο~. 3. καταγγελία· (κατ΄επέκτ.) το αντίστοιχο έγγραφο: έγγραφη ~. Του έκανε ~.|| Μηνυτήρια/υπηρεσιακή ~. Καταθέτω/στέλνω/συντάσσω/υποβάλλω ~ (στην Υπηρεσία/στο Υπουργείο). 4. (γραπτή) έκθεση στοιχείων: εβδομαδιαία/εσωτερική/ετήσια/ημερήσια ~. Επίσημη ~ του ΟΗΕ (= υπόμνημα). Πβ. ραπόρτο. 5. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. ενημέρωση του χρήστη σχετικά με την επιτυχία χρήσης μιας υπηρεσίας: (στο διαδίκτυο:) ~ λαθών/προβλημάτων/σφαλμάτων.|| (στο κινητό:) ~ές παράδοσης (μηνυμάτων). 6. ΣΤΡΑΤ. διαδικασία κατά την οποία οι οπλίτες μονάδας (ή υποδιαίρεσής της) παρατάσσονται και δηλώνεται επίσημα στον επικεφαλής ο αριθμός των παρόντων, των απόντων και των κωλυομένων: απογευματινή (: πριν από την απογευματινή εκπαίδευση)/βραδινή (: πριν από το σιωπητήριο)/πρωϊνή ~. Ο στρατιώτης βγήκε στην ~ παραπονούμενος για .../και ζήτησε να του δοθεί ολιγοήμερη άδεια. Τον έβγαλε στην ~ (: ο λοχίας τον στρατιώτη, λόγω απείθειας ή παραπτώματος). 7. σύνδεση, συσχέτιση: άξονας/βάση/δεδομένα/μοντέλο ~άς. 8. ΓΛΩΣΣ. συσχετισμός γλωσσικού στοιχείου με ένα προηγούμενο ή επόμενο, όπως αντωνυμίας με ουσιαστικό· σύνδεση κειμενικού στοιχείου με οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, ιδιότητα, κατάσταση) του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου, γνωστή στον ακροατή ή τον αναγνώστη: ενδοκειμενική/εξωκειμενική ~. Βλ. δείξη. 9. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) η έννοια του "ως προς κάτι", "σχετικά με κάτι", που εκφράζεται με εμπρόθετο ή ονοματικό προσδιορισμό. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικείμενο αναφοράς 1. το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος· ό,τι βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ή της προσοχής: Προσέχουμε να αλλάζουμε παράγραφο, όταν περνάμε από μια έννοια σε άλλη ή αλλάζει το ~ ~.|| Ο αρχιτέκτονας διατηρεί γραφείο με κύριο ~ ~ μελέτες δημοσίων έργων. 2. ΓΛΩΣΣ. οντότητα του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου η οποία συνδέεται με το γλωσσικό σημείο (απλούστερα, τη λέξη) με εξωτερική σχέση δήλωσης (λατ. denotatio)· το αντικείμενο που δηλώνεται από το γλωσσικό σημείο ως όνομα: Το ~ ~ της λέξης "τραπέζι" είναι το ίδιο το πράγμα "τραπέζι"., βιβλίο/έργο αναφοράς & (σπανιότ.) εργασία αναφοράς: βασικό έργο, κυρ. λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια, στο οποίο ανατρέχει κανείς για άντληση πληροφοριών. [< αγγλ. reference book/work] , δικαίωμα αναφοράς: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη, μεμονωμένα ή συλλογικά, τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρεται εγγράφως στις Αρχές· το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που κατοικεί ή έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος-μέλος, να υποβάλουν, ατομικά ή από κοινού με άλλους πολίτες ή πρόσωπα, αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέμα που εμπίπτει στους τομείς δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το Σύνταγμα καθιερώνει το ~ ~ των Ελλήνων προς τις Αρχές. , κέντρο αναφοράς 1. συντονιστικό όργανο (που παρέχει έγκυρη πληροφόρηση ή βοήθεια): εθνικό/ευρωπαϊκό ~ ~. ~ ~ AIDS/γρίπης. ~ ~ για την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. 2. σημείο αναφοράς. [< γαλλ. centre de référence] , ορθή αναφορά: ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης αντικειμένου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού μήκους. Βλ. απόκλιση. [< αγγλ. right ascension] , σημείο αναφοράς 1. (μτφ.) οτιδήποτε κατέχει εξέχουσα θέση σε ένα σύνολο ή αποκτά κομβική σημασία: ~ ~ της πόλης αποτελεί η κεντρική πλατεία. Η Εκκλησία είναι ~ ~ για τον Ελληνισμό της Διασποράς. Πβ. τοπόσημο. ΣΥΝ. κέντρο αναφοράς (2) 2. ΤΟΠΟΓΡ. ακριβής θέση στην επιφάνεια της Γης, με δεδομένες συντεταγμένες και υψόμετρο, που χρησιμοποιείται για τοπογραφικούς σκοπούς. [< γαλλ. point de référence] , σύστημα αναφοράς: ΦΥΣ. που χρησιμοποιεί συντεταγμένες για τον εντοπισμό ορισμένης θέσης: αδρανειακό ~ ~. [< γαλλ. système (de) référence] , τιμή αναφοράς: που θεωρείται βάση για τον υπολογισμό αξίας, μεγέθους: βασική/καθαρή/ρυθμιζόμενη ~ ~. ~ ~ μετοχών/πετρελαίου/συναλλάγματος/χρυσού. ~ ~ για τα ελλείμματα/το χρέος. Βλ. αντικειμενική αξία. [< αγγλ. reference price/ value] , αιτιατική της αναφοράς (/του "κατά τι") βλ. αιτιατική, γενικευτική αναφορά βλ. αναφορά, Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, εργαστήριο αναφοράς βλ. εργαστήριο, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο, κόλλα αναφοράς βλ. κόλλα, ομάδα αναφοράς βλ. ομάδα, τοπικότητα της αναφοράς βλ. τοπικότητα ● ΦΡ.: δίνω (σε κάποιον) αναφορά (συχνά ειρων.): τον ενημερώνω λεπτομερώς για κάτι· λογοδοτώ: Έχω κάθε δικαίωμα να πάω όπου θέλω, χωρίς να δώσω ~ σε κανέναν. ~ θα σου δώσω;, σε αναφορά με & (λόγ.) εν αναφορά προς (επίσ.): ως προς, όσον αφορά, σχετικά με: ~ ~ την ανωτέρω επιστολή, σας πληροφορούμε ότι ... [< 1,2,3: αρχ. ἀναφορά 1,2: αγγλ. reference, γαλλ. référence 3,4,5,6: αγγλ. report, γαλλ. rapport 7: μτγν. άναφορά, γαλλ. rapport, relation 8: αγγλ. anaphora, γαλλ. anaphore 9: μτγν.]

απόκρυφος

απόκρυφος, η, ο [ἀπόκρυφος] α-πό-κρυ-φος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον αποκρυφισμό, υπερφυσικός, μαγικός: ~ος: κόσμος/συμβολισμός. ~η: γνώση/φιλοσοφία. ~ες: δοξασίες. Οι ~οι νόμοι της φύσης. Οι ~ες επιστήμες (: μαγεία, μαντεία, αλχημεία, αστρολογία). Σκοτεινές και ~ες δυνάμεις. Πβ. αποκρυφιστικός.|| (ως ουσ.) Το άγνωστο και το ~ο. 2. κρυφός και κατ' επέκτ. άγνωστος: ~η: επιθυμία. ~ες: σκέψεις (= ενδόμυχες)/φαντασιώσεις. ~α: μυστικά/στοιχεία. Ο ~ βίος του ... Αποκάλυψη των ~ων πτυχών της υπόθεσης. Πβ. κρυμμένος, μυστικός. 3. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τα Απόκρυφα (βιβλία): ~η: Γραμματεία. ~α: κείμενα. ● Ουσ.: απόκρυφα (τα): κρυφά σημεία, κρυφές λεπτομέρειες: Ήρθαν στο φως τα ~ της σχέσης τους. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκρυφα σημεία (του σώματος) & απόκρυφα μέρη: (ευφημ.) τα γεννητικά όργανα. Πβ. αχαμνά., Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία βλ. ευαγγέλιο [< 1: γαλλ. occulte 2: αρχ. ἀπόκρυφος 3: μτγν. ~, γαλλ. apocryphe, αγγλ. Apocrypha]

αρχιμήδειος

αρχιμήδειος, α, ο [ἀρχιμήδειος] αρ-χι-μή-δει-ος επίθ.: ΜΑΘ. -ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον Αρχιμήδη ή βασίζεται στις αρχές του: ~ο: αξίωμα/πρόβλημα. ~α ιδιότητα (των πραγματικών αριθμών). ● ΣΥΜΠΛ.: αρχιμήδεια αρχή/αρχή του Αρχιμήδη: ΦΥΣ. σύμφωνα με την οποία ένα σώμα που βυθίζεται μέσα σε ρευστό, υφίσταται κατακόρυφη ώθηση με φορά προς τα πάνω, την άνωση, που είναι ίση με το βάρος του εκτοπιζόμενου ρευστού., αρχιμήδειο σημείο: από το οποίο μπορεί δυνητικά να οργανωθούν και να ελεγχθούν τα πάντα: ~ ~ αναφοράς. [< γαλλ. archimédien, αγγλ. Archimedean]

βρασμός

βρασμόςβρα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία υγρό μετατρέπεται σε αέριο υπό την επίδραση θερμότητας, σχηματίζοντας φυσαλίδες σε όλο τον όγκο του. Πβ. κοχλασμός. Βλ. εξάτμιση, εξαέρωση. ΣΥΝ. βράση (1), βράσιμο (1) 2. η διαδικασία της ζύμωσης: ο ~ του μούστου. ΣΥΝ. βράση (3) 3. (μτφ.) αναστάτωση, αναβρασμός: ψυχικός ~. ΣΥΝ. αναταραχή ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο βρασμού/ζέσης: ΦΥΣ. θερμοκρασία στην οποία ένα υγρό, κάτω από ορισμένη ατμοσφαιρική πίεση, αρχίζει να βράζει. [< αγγλ. boiling point] ● ΦΡ.: εν βρασμώ ψυχής & ψυχικής ορμής: ΝΟΜ. σε κατάσταση ψυχικής υπερέντασης που εμποδίζει τη σκέψη: ανθρωποκτονία ~ ~.|| (κατ' επέκτ., προφ.) Μην πάρεις αποφάσεις ~ ~ (πβ. εν θερμώ). [< μτγν. βρασμός]

γειτονία

γειτονίαγει-το-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη: ~ ειρήνης και συνεργασίας. Βλ. ΕΠΓ. ● ΣΥΜΠΛ.: γειτονία του σημείου & γειτονιά του σημείου: ΜΑΘ. σύνολο σημείων που βρίσκονται σε ορισμένη απόσταση από ένα σημείο αναφοράς. [< γαλλ. voisinage d'un point ] ● ΦΡ.: καλής γειτονίας: ΠΟΛΙΤ. για αρμονική συνύπαρξη μεταξύ όμορων κρατών: αρχές/κλίμα/πολιτική/συνθήκες ~ ~. Η χώρα μας δημιουργεί/καλλιεργεί σχέσεις ~ ~ με ... [< αρχ. γειτονία, γαλλ. voisinage]

γλωσσικός

γλωσσικός, ή, ό γλωσ-σι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη γλώσσα ως σύστημα επικοινωνίας ή (σπάν.) ως μέλος του σώματος: ~ός: έλεγχος/θησαυρός/κώδικας/όρος/πλουραλισμός/πλούτος/προγραμματισμός/σχεδιασμός/τύπος. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/άσκηση/διαίσθηση/διαταραχή (βλ. δυσλεξία, τραυλισμός)/διδασκαλία/δομή/εκμάθηση/εκπαίδευση/επικοινωνία/επιστήμη (πβ. γλωσσολογία)/έρευνα/ετερότητα/ευαισθησία/ιδεολογία/ιδιαιτερότητα/καλλιέργεια/κατάκτηση/κληρονομιά/κοινότητα/μειονότητα/μεταβολή (βλ. διαχρονία)/μετακίνηση (= ~ή μετατόπιση)/μεταρρύθμιση/παιδεία/παραδρομή (βλ. σαρδάμ)/ποικιλία (βλ. διάλεκτος)/πολιτική/πολυμορφία/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/ένστικτο/ερέθισμα/ιδίωμα/κριτήριο/λάθος (πβ. μαργαριτάρι)/μάθημα/μωσαϊκό/ολίσθημα/όργανο (: η γλώσσα)/πρόβλημα/πρότυπο/σύστημα/υλικό (βλ. κόρπους)/ύφος/φαινόμενο. ~οί: φραγμοί. ~ές: αδυναμίες/ατέλειες/δεξιότητες/διακρίσεις/στάσεις (: αντιλήψεις για τη γλώσσα). ~ά: δικαιώματα/εργαλεία (βλ. αυτόματος μεταφραστής)/παιχνίδια (: παιχνίδια με τη γλώσσα· βλ. γλωσσοδέτης)/στερεότυπα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. Βλ. δι~, εθνο~, εξω~, μετα~, παρα~, πολυ~.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~oί: μύες. ~ά: άγκιστρα (πβ. σιδεράκια). ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική επιτέλεση/πραγμάτωση: ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) η χρήση της γλώσσας σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας σε αντιδιαστολή προς τη γλωσσική ικανότητα· συνεκδ. τα συγκεκριμένα εκφωνήματα ενός ομιλητή. [< αγγλ. (linguistic) performance, 1963] , γλωσσική ικανότητα: ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) η έμφυτη ικανότητα των ομιλητών μιας γλώσσας να παράγουν και να καταλαβαίνουν απεριόριστο αριθμό προτάσεων. [< αγγλ. (linguistic) competence, 1962] , γλωσσική πράξη & λεκτική πράξη: ΓΛΩΣΣ. η γλώσσα ως ενέργεια (απειλή, απολογία, δήλωση, διαταγή, κατηγορία, παράκληση, προειδοποίηση, υπόσχεση) σε δεδομένη περίσταση επικοινωνίας. Bλ. πραγματολογία, προθετικότητα. [< αγγλ. speech act, 1946] , γλωσσικό (ζήτημα): ΓΛΩΣΣ. (ιδ. για τη νεότερη Ελλάδα) το πρόβλημα της συνύπαρξης καθαρεύουσας και δημοτικής και η διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών τους. Βλ. διγλωσσία, διμορφία., γλωσσικό σημείο: ΓΛΩΣΣ. μοναδικός και συμβατικός συνδυασμός σημαίνοντος (μορφής) και σημαινομένου (περιεχομένου). Βλ. αυθαιρεσία, λέξη. [< γαλλ. signe linguistique] , γλωσσικός άτλαντας: ΓΛΩΣΣ. χάρτες όπου καταγράφονται ανά περιοχή γλώσσες, διάλεκτοι, ιδιώματα και γλωσσικές ποικιλίες. Βλ. γλωσσογεωγραφία, ισόγλωσσο. [< αγγλ. linguistic atlas, 1917] , (γλωσσικό) δάνειο βλ. δάνειο, (γλωσσικός) δανεισμός βλ. δανεισμός, γλωσσική αγωγή βλ. αγωγή, γλωσσική επίγνωση βλ. επίγνωση, γλωσσική τεχνολογία βλ. τεχνολογία, γλωσσικό αίσθημα βλ. αίσθημα, γλωσσικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, γλωσσικοί πόροι βλ. πόρος, γλωσσικός θάνατος βλ. θάνατος, οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια βλ. οικογένεια [< γαλλ. lingual, αγγλ. linguistic]

δρόσος

δρόσοςδρό-σος ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. σταγονίδια νερού που σχηματίζονται συνήθ. στα φύλλα, τη χλόη, όταν η θερμοκρασία του αέρα σε αίθρια νύχτα και με άπνοια πέφτει σε χαμηλά επίπεδα. Βλ. ομίχλη, παγετός, πάχνη. ΣΥΝ. δροσιά (2) ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο δρόσου: η θερμοκρασία στην οποία συμπυκνώνονται οι υδρατμοί και σχηματίζονται σταγόνες. [< αρχ. δρόσος ‘δροσιά, υγρό, νερό’]

επαφή

επαφή[ἐπαφή] ε-πα-φή ουσ. (θηλ.) 1. επικοινωνία, συνάντηση: γλωσσική (βλ. επίδραση)/διαδικτυακή/ηλεκτρονική/πνευματική/τηλεφωνική ~. Καθημερινή/στενή/συνεχής/σύντομη/φιλική ~. ~ με τον έξω κόσμο/τη φύση. Έχει ακουστική ~ με τους παγιδευμένους (βλ. αντίληψη). ~ γονέων και παιδιών. Προσωπική ~ με τον πελάτη. Αποφεύγουν κάθε κοινωνική ~. Δεν υπάρχει συναισθηματική ~ μεταξύ τους (βλ. έλξη, ταύτιση, χημεία). Εδώ και χρόνια έχουμε κόψει κάθε ~/τις ~ές (βλ. απομάκρυνση, χωρισμός). Στόχος του προγράμματος είναι η ~ (= εξοικείωση, γνωριμία) των μαθητών με τους υπολογιστές. Η πρώτη μου ~ με τη μουσική. 2. κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα σώματα (ή οντότητες) βρίσκονται πάρα πολύ κοντά, συνήθ. με αποτέλεσμα να ακουμπά, να αγγίζει το ένα το άλλο, να εφάπτονται μεταξύ τους: σωματική/φυσική ~. (Παρατεταμένη) ~ με το δέρμα. Ιός που μεταδίδεται με άμεση (βλ. αγκαλιά, φιλί, χειραψία)/έμμεση ~. Πβ. άγγιγμα, ψηλάφηση.|| Υλικά που αναφλέγονται σε ~ με τον αέρα. 3. (ειδικότ.) συνεύρεση: συχνότητα ~ών. Πβ. συνουσία. 4. ΗΛΕΚΤΡ. σύνδεση δύο ή περισσότερων αγωγών που επιτρέπει τη ροή (εξασφαλίζει τη δίοδο) ηλεκτρικού φορτίου· συνεκδ. το σημείο σύνδεσής τους ή ο ίδιος ο διακόπτης: Δεν κάνει καλή ~ ο φορτιστής με το κινητό μου.|| Καθαριστικό/σπρέι για ηλεκτρικές ~ές.επαφές (οι) 1. συνομιλίες, διαπραγματεύσεις, συναντήσεις· (για πρόσ.) γνωριμίες, σχέσεις: άτυπες/διεθνείς/διμερείς/εμπορικές/ενημερωτικές/μυστικές/πολιτικές/πολιτιστικές/προεκλογικές/τακτικές ~. ~ για το ασφαλιστικό. Νέος γύρος/σειρά ~ών. ~ του Υπουργού με συνδικαλιστικούς φορείς.|| Επαγγελματικές/φιλικές ~. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Διακοπή των ~ών. ~ υψηλού επιπέδου/υψηλές ~. Έχει ~ με αξιωματούχους. Πβ. διασυνδέσεις. Βλ. βύσμα, κονέ, μέσο. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. {σπανιότ. στον εν.} τα στοιχεία προσώπων (ονοματεπώνυμο,τηλέφωνο, διεύθυνση, ιμέιλ) που αποθηκεύει κάποιος στο κινητό του ή στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο: δημιουργία/διαγραφή ~ής. Αναζήτηση/λίστα ~ών. Πρόγραμμα διαχείρισης ~ών (: συνήθ. μέρος ολοκληρωμένων εφαρμογών αυτοματισμού γραφείου). ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Σημείο Επαφής (ακρ. ΕΣΕ): υπηρεσία που έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο διακρατικών προγραμμάτων: Πανεπιστήμιο που λειτουργεί/ορίστηκε ως ~ ~ του ευρωπαϊκού προγράμματος ... [< αγγλ. National Contact Point (NCP)] , ερωτική/σεξουαλική επαφή & σαρκική επαφή: σεξουαλική πράξη, σεξ: ελεύθερη (: χωρίς προφύλαξη)/ολοκληρωμένη/πρώτη ~ ~. ΄Ηρθε σε σεξουαλική ~ μαζί της., σημείο επαφής 1. στο οποίο δύο ή περισσότερα σώματα, αντικείμενα εφάπτονται: Στο ~ ~ με το αλλεργιογόνο εμφανίζεται κνησμός. Γράσο που χρησιμοποιείται στα ~α ~ μετάλλων.|| (ειδικότ. για δήλωση εγγύτητας:) Ο ελλαδικός χώρος βρίσκεται στο ~ ~ τριών ηπείρων. 2. (μτφ.) κοινό στοιχείο μεταξύ ανθρώπων· δίαυλος επικοινωνίας: Δεν μπορεί να βρεθεί ~ ~ μεταξύ μας. Ψάχνουν ~α ~. [< γαλλ. point de contact, αγγλ. point of contact] , γραμμή επαφής (με αιώρηση αλυσοειδούς) βλ. γραμμή, θερμική επαφή βλ. θερμικός, κύκλος επαφών βλ. κύκλος, οθόνη αφής βλ. οθόνη, οπτική επαφή βλ. οπτικός, σπορ επαφής βλ. σπορ, φακοί επαφής βλ. φακός, φατική επικοινωνία/επαφή βλ. φατικός, ψυχική επαφή βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: εξ επαφής (λόγ.) 1. από πολύ κοντά: εκτέλεση/πυροβολισμός ~ ~. ΑΝΤ. εξ αποστάσεως.|| (στο ποδόσφαιρο) Κεφαλιά/πλασέ/σουτ ~ ~. 2. ΙΑΤΡ. (για ασθένεια που προκαλείται) εξαιτίας της επαφής με κάτι: αλλεργική δερματίτιδα ~ ~., επαφή με την πραγματικότητα (συνήθ. αρνητ.): επίγνωση όσων συμβαίνουν στον κόσμο: Δεν έχει καμία ~ ~., επαφή με το περιβάλλον: επικοινωνία ενός ανθρώπου με τους γύρω του· (ειδικότ. ΙΑΤΡ.) έλεγχος, διατήρηση των αισθήσεων: Ο ασθενής είχε πλήρη/δεν έχει ~ ~. Ανέκτησε (την) ~ ~., έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) 1. έχω επικοινωνία, ανταλλάσσω πληροφορίες, σκέψεις, συναισθήματα με κάποιον· γνωρίζω, μαθαίνω κάτι: έρχεται/είναι/βρίσκεται ~ ~ μαζί του. Οι δύο πλευρές δεν επιβεβαιώνουν ότι ήρθαν ~. Θα είμαστε συνεχώς ~. Βρίσκονται ~ με στελέχη του ...|| Ήρθε ~ με το κίνημα του ρομαντισμού. 2. ακουμπώ, εφάπτομαι: Απολυμαίνεται κάθε υλικό που ήρθε ~ με αίμα. Κτίρια που βρίσκονται ~ (: γειτνιάζουν, συνορεύουν). 3. (μόνο για το ρ. έρχομαι) συνουσιάζομαι. [< γαλλ. en contact (avec quelqu'un)] , κρατώ επαφή (με κάποιον): διατηρώ επικοινωνία (μαζί του): ~ ~ με παλιούς φίλους. Κρατήσαμε ~ μέσω ιμέιλ., στενές επαφές τρίτου τύπου: γενικός χαρακτηρισμός περιπτώσεων που αφορούν την (υποθετική) επικοινωνία ανθρώπων με εξωγήινες οντότητες. [< αγγλ. close encounters of the third kind] , φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά βλ. φέρνω, χάνω επαφή βλ. χάνω [< 2: μτγν. ἐπαφή, γαλλ.-αγγλ. contact]

επώδυνος

επώδυνος, η, ο [ἐπώδυνος] ε-πώ-δυ-νος επίθ. ΣΥΝ. οδυνηρός, ANT. ανώδυνος 1. που προκαλεί σωματικό ή ψυχικό πόνο: ~ος: θάνατος/τοκετός. ~η: ασθένεια/(χειρουργική) επέμβαση/θεραπεία/ούρηση/πάθηση/φλεγμονή. ~ο: ερέθισμα/οίδημα. ~ες: πληγές.|| ~ος: χωρισμός. ~η: διαδικασία/εμπειρία/ήττα/πορεία. ~ο: συναίσθημα. ~ες: αναμνήσεις/συνέπειες. Πβ. αλγεινός, πολυώδυνος. 2. (μτφ.) που έχει σοβαρές επιπτώσεις: ~ος: συμβιβασμός. ~ες: αλλαγές/δοκιμασίες/λύσεις/μεταρρυθμίσεις. ~α: μέτρα. ● επίρρ.: επώδυνα & (λόγ.) επωδύνως ● ΣΥΜΠΛ.: επώδυνα σημεία: ΙΑΤΡ. συγκεκριμένες περιοχές του σώματος όπου η άσκηση πίεσης προκαλεί πόνο: ~ ~ του πέλματος. Με την ψηλάφηση εντοπίζονται πιθανά ~ ~. [< 1: αρχ. ἐπώδυνος]

καίριος

καίριος, α, ο καί-ρι-ος επίθ. (λόγ.) 1. εξαιρετικά κρίσιμος, σημαντικός, ουσιαστικός: ~α: ανάγκη (= επιτακτική)/επιλογή/παρατήρηση/πτυχή (της υπόθεσης)/συζήτηση/συμβολή. ~ο: αίτημα/επιχείρημα/ζήτημα/λάθος. ~οι: τομείς (της οικονομίας). ~ες: αλλαγές. Θέμα ~ας (= αποφασιστικής) σημασίας. Στελέχη σε ~ες θέσεις (= θέσεις-κλειδιά). Παίζει ~ο ρόλο. Το ~ο ερώτημα που τίθεται είναι ... Πβ. σοβαρός. 2. έγκαιρος ή/και εύστοχος, αποτελεσματικός: ~α: παρέμβαση.|| ~ο: πλήγμα/χτύπημα. ● επίρρ.: καίρια ● ΣΥΜΠΛ.: καίριο σημείο 1. καθοριστικό: ~ ~ της προτεινόμενης τροπολογίας αποτελεί ... 2. (σπάν.) ευαίσθητο, τρωτό: κλοτσιά σε ~ ~. Βλ. αχίλλειος πτέρνα. [< αρχ. καίριος ‘που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή, βασικός’]

καμπή

καμπήκα-μπή ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. στον πληθ.} (μτφ.) χρονικό διάστημα ή γεγονός καθοριστικής σημασίας, επειδή σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές: Βρίσκεται σε (μια) δύσκολη (= φάση) ~ της ζωής του. Η συνθήκη αποτέλεσε αποφασιστική/ιστορική ~ (= ορόσημο, σταθμό) στις σχέσεις των δύο χωρών. Η καριέρα του παρουσιάζει/περνάει από μεγάλη ~. 2. (επίσ.) γωνία, στροφή: ανοικτές/κλειστές ~ές. Σε μια απότομη/επικίνδυνη ~ του δρόμου. Πβ. κούρμπα.|| (IATΡ.) Κολική ~ (: ηπατική). ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο καμπής 1. (μτφ.) αποφασιστικό στάδιο ή συμβάν: Το ~ ~ της υπόθεσης ήταν ... Πβ. τομή.|| Σε ~ ~ (πβ. οριακό σημείο) οι διαπραγματεύσεις. 2. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} σημείο μετατροπής μιας κυρτής καμπύλης σε κοίλη και αντίστροφα: Τα ~α ~ της γραφικής παράστασης μίας συνάρτησης. [< αγγλ. turning point] ● ΦΡ.: σε κρίσιμη καμπή: σε καθοριστικό στάδιο: Σε/στην πιο ~ ~ βρίσκονται οι ειρηνευτικές συνομιλίες. [< αρχ. καμπή ‘καμπύλη, στροφή, τέρμα, λύγιση, άρθρωση (των μελών)’]

καταφανής

καταφανής, ής, ές κα-τα-φα-νής επίθ. {καταφανέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.) & καταφάνερος, η, ο: αναμφισβήτητος, ολοφάνερος: ~ής: αδικία/παραβίαση του Συντάγματος. Είναι/γίνεται ~ές ότι ... Πβ. ξεκάθαρος. Βλ. -φανής, πανηγυρικός, περίτρανος. ΣΥΝ. κατάδηλος, κατάφωρος, πασιφανής, πρόδηλος, προφανής ● επίρρ.: καταφανώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταφανές σημείο: ΝΑΥΤ. ευδιάκριτο σημείο στην ακτογραμμή που καθοδηγεί τους ναυτιλλομένους κατά την πρόσβαση του πλοίου στο λιμάνι. [< αρχ. καταφανής]

νεκρός

νεκρός, ή/(λόγ.) ά, ό νε-κρός επίθ. 1. που έχει πεθάνει, δεν βρίσκεται πια στη ζωή: ~ από ανακοπή/σφαίρα (: σκοτωμένος)/το ψύχος. Ανασύρθηκε/έπεσε ~. Πβ. πεθαμένος. Βλ. ημιθανής.|| ~ά: ζώα. Ψάρια που ξεβράστηκαν ~ά. Πβ. ψόφιος.|| ~ό: σώμα (= άψυχο· βλ. πτώμα, σορός). ~οί: ιστοί. ~ά: κύτταρα (βλ. πίλινγκ).|| ~ά: δέντρα (: καμένα)/φύλλα (: μαρα-, ξερα-μένα).|| ~ό: αστέρι (βλ. λευκός νάνος, μαύρος νάνος). ΑΝΤ. ζωντανός (1) Βλ. πολύνεκρος. 2. (μτφ.) που έχει πάψει πλέον να υφίσταται, να ισχύει ή να λειτουργεί, που δεν χαρακτηρίζεται από ζωντάνια και έντονη δραστηριότητα, που παραμένει αναξιοποίητος, αχρησιμοποίητος: ~ές: ελπίδες. ~ά: όνειρα. ΣΥΝ. χαμένος.|| Το τηλέφωνο είναι ~ό.|| ~ή: πόλη (= νεκρόπολη).|| ~ή: περίοδος (τουριστικά). ~ό: κεφάλαιο (: που δεν αποφέρει κέρδη).|| ~ές: ώρες (ΑΝΤ. ώρες αιχμής).|| (ΙΑΤΡ.) Ανατομικός/κυψελιδικός ~ χώρος (του αναπνευστικού συστήματος) (: ο όγκος του αέρα που δεν συμμετέχει στην ανταλλαγή των αερίων). ● Ουσ.: νεκρός, νεκρή (ο/η): οι ~οί του πολέμου. Τρισάγιο στη μνήμη των ~ών. Εκατόμβη ~ών. Ασέβεια/προσφορές (βλ. κτέρισμα)/σεβασμός/ύβρη προς τους ~ούς. Φόρος τιμής στους ~ούς. Δυστύχημα με δεκάδες ~ούς (και τραυματίες). Θάβουν/θρηνούν τους ~ούς τους. Πβ. αποβιώσας, αποθανών, εκλιπών, μακαρίτης, συγχωρεμένος, τεθνεώς.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ανάσταση ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκρή γωνία 1. περιοχή που δεν είναι ορατή από τον οδηγό μέσω των καθρεφτών του οχήματος. 2. (γενικότ.) ζώνη μέσα στην οποία είναι αδύνατη η παρατήρηση: ~ ~ ραντάρ., νεκρή ζώνη & (σπάν.) νεκρή περιοχή 1. ΣΤΡΑΤ. ουδέτερη ζώνη. ΣΥΝ. πράσινη ζώνη (2) 2. (μτφ.) στην οποία δεν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη ζωής. [< 1: αγγλ. dead zone, 1902 2: ~, 1971] , νεκρή ταχύτητα & (προφ.) νεκρά (η): (σε όχημα) θέση του μοχλού ταχυτήτων στην οποία δεν μεταδίδεται κίνηση στον κεντρικό άξονα., νεκρό βάρος 1. ΝΑΥΤ. το βάρος του πλοίου που προκύπτει από το άθροισμα του ωφέλιμου φορτίου και των αναλώσιμων (καύσιμα, λιπαντικά, εφόδια) και αντιστοιχεί στη μεταφορική του ικανότητα. Βλ. απόβαρο. 2. ΟΙΚΟΝ. το κόστος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία δεν επέφερε αντισταθμιστικό κέρδος, δηλ. δεν πέτυχε τον στόχο της. 3. ΟΙΚΟΝ. χρέος που εκδίδεται για κάλυψη τρεχουσών αναγκών και δεν καλύπτεται από κάποιο περιουσιακό στοιχείο του δανειζομένου., νεκρό πλήκτρο: ΠΛΗΡΟΦ. το οποίο δεν εμφανίζει αμέσως στην οθόνη του υπολογιστή κάποιο σημάδι, παρά μόνο αφού πατηθεί μετά από αυτό το επιθυμητό γράμμα (π.χ. το πλήκτρο του τόνου). [< αγγλ. dead key] , νεκρό σημείο 1. (μτφ.) αδιέξοδο, στασιμότητα: Σε ~ ~ βρίσκονται/έχουν περιέλθει οι διαπραγματεύσεις. 2. & (προφ.) νεκρό (το): νεκρή ταχύτητα. 3. ΟΙΚΟΝ. τιμή που δεν επιφέρει κέρδος ή ζημία ούτε στον αγοραστή ούτε στον πωλητή ενός δικαιώματος. 4. ΜΗΧΑΝΟΛ. το πιο απομακρυσμένο ή το πιο κοντινό, ως προς τον στροφαλοφόρο άξονα, σημείο της διαδρομής του εμβόλου μιας μηχανής: άνω/κάτω ~ ~. [< γαλλ. point mort] , άταφος νεκρός βλ. άταφος, κενό/νεκρό γράμμα βλ. γράμμα, νεκρή γλώσσα βλ. γλώσσα, νεκρή θάλασσα βλ. θάλασσα, νεκρή φύση βλ. φύση, περιύβριση νεκρού βλ. περιύβριση, προσκλητήριο νεκρών/πεσόντων βλ. προσκλητήριο ● ΦΡ.: ούτε νεκρός δεν ...! (προφ.): για έντονα αρνητική στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ ~ γυρίζω πίσω (= ποτέ)! ~ ~ό δεν θέλω να τον ξαναδώ!, έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα βλ. πεθαίνω, ζωντανός νεκρός βλ. ζωντανός, και νεκρούς ανασταίνει βλ. ανασταίνω, κλινικά νεκρός βλ. κλινικός, ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται βλ. δεδικαίωται [< αρχ. νεκρός, γαλλ. mort, αγγλ. dead]

νίκη

νίκηνί-κη ουσ. (θηλ.): επικράτηση, υπερίσχυση σε μια αναμέτρηση και κατ' επέκτ. επιτυχία σε μια προσπάθεια: ένδοξη/θριαμβευτική/πολεμική/στρατιωτική ~. ~ εναντίον των εχθρών.|| Ανέλπιστη/άνετη/δίκαιη/δύσκολη/εντυπωσιακή/εύκολη/ιστορική/καθαρή (: με μεγάλη διαφορά, αδιαμφισβήτητη)/καθοριστική/λαμπρή/ολοκληρωτική/σαρωτική/σίγουρη/σπουδαία/συμβολική/συνεχόμενη/συντριπτική ~. Δικαστική/διπλωματική/εκλογική/ηθική (= δικαίωση)/πολιτική ~. ~ της αντιπολίτευσης (στις εκλογές). ~ χωρίς αντίκρισμα. (ΑΘΛ.) Επαγγελματική ~. ~ της Εθνικής απέναντι στην .../επί της ... ~ες εκτός/εντός έδρας. Είχε/κέρδισε/σημείωσε πολλές ~ες. Βλ. τρόπαιο.|| ~ της αλήθειας (έναντι του ψεύδους)/της δημοκρατίας. ~ κατά των διακρίσεων/της φτώχειας. ΑΝΤ. ήττα ● Νίκη (η): ΑΡΧ. αρχαία ελληνική Θεά, προσωποποίηση της Νίκης: η Άπτερος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: καδμεία νίκη βλ. καδμείος, παράσταση νίκης βλ. παράσταση, πύρρειος νίκη βλ. πύρρειος ● ΦΡ.: (στο καλό και) με τη νίκη!: ευχή για επιτυχία σε κάποιο εγχείρημα., νίκη στα σημεία 1. (μτφ.) σε περιπτώσεις που η τελική επικράτηση κρίνεται στις λεπτομέρειες. 2. ΑΘΛ. (στην πάλη και την πυγμαχία) η οποία κρίνεται με βάση τη βαθμολογική υπεροχή: Ο αγώνας για τους δύο παλαιστές τελείωσε με ~ ~ (: δηλ. όχι με πτώση ή νοκ άουτ)., κατήγαγε νίκη/θρίαμβο βλ. κατάγω, το σήμα της νίκης βλ. σήμα [< αρχ. νίκη, γαλλ. victoire, πβ. αγγλ. Nike]

νικώ

νικώ[νικῶ] νι-κώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νικ-άς ..., -ούν (προφ.) -άνε, -ώντας | νίκ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} & νικάω ΑΝΤ. ηττώμαι 1. σημειώνω νίκη (σε αναμέτρηση)· κερδίζω, υπερισχύω, επικρατώ: (σε μάχη) ~ησαν κατά κράτος. ~ήθηκαν (= κατατροπώθηκαν) στη θάλασσα/στη στεριά.|| ~ησε στον διαγωνισμό/στις εκλογές/στο τρέξιμο. Η ομάδα ~ησε την αντίπαλό της με 3-0.|| Κανένας δεν μπορεί να ~ήσει τον θάνατο. ΑΝΤ. χάνω (5) 2. ξεπερνώ με επιτυχία μια δύσκολη κατάσταση και γενικότ. κάτι αρνητικό, δυσάρεστο: ~ τις αδυναμίες/τα ελαττώματά/τους ενδοιασμούς/τους φόβους μου. ~ησαν όλα τα εμπόδια. Τον ~ησε (= κατέβαλε) το άγχος/η κούραση. Υπάρχουν ελπίδες να ~ηθεί (οριστικά) η ασθένεια/ο ιός του ... ΣΥΝ. κατανικώ (1), υπερνικώ ● Μτχ.: νικημένος , η, ο: ηττημένος: (ως ουσ.) οι ~οι του πολέμου. Δεν υπάρχουν νικητές και ~οι. ΣΥΝ. χαμένος.|| (μτφ.) ~ από την επάρατη νόσο. (ως ουσ.) Οι ~οι της ζωής (: αποτυχημένοι). ΑΝΤ. αήττητος, ανίκητος (1) ● ΦΡ.: νικώ στα σημεία: (στην πυγμαχία) πετυχαίνω νίκη όχι με νοκ άουτ, αλλά με διαφορά βαθμών. [< γαλλ. vaincre aux points] , Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, ο επιμένων νικά βλ. επιμένων, ο τολμών νικά βλ. τολμώ [< αρχ. νικῶ, γαλλ. vaincre]

παρουσία

παρουσίαπα-ρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. εμφάνιση, ύπαρξη προσώπου ή πράγματος σε δεδομένο χώρο και χρόνο: δημόσια/τηλεοπτική ~. Η αστυνομική/στρατιωτική ~ ήταν διακριτική/εμφανής. Mε την τιμητική ~ του πρωθυπουργού. Η ~ του ήταν καταλυτική/προκλητική/συμβολική. Η ανθρώπινη ~ στην περιοχή μαρτυρείται από το ... π.Χ. Μας απάλλαξε από την ενοχλητική του ~. Επέβαλε την ~ της.|| Η ~ σας στα μαθήματα κρίνεται απαραίτητη/υποχρεωτική. Για την έκδοση διαβατηρίου απαιτείται προσωπική/φυσική ~ του αιτούντος. Μαζική ~ εργατών στην πορεία διαμαρτυρίας. Πβ. προσέλευση.|| Διαδικτυακή/ηλεκτρονική ~ εταιρείας. Βλ. τηλε~.|| ~ αίματος στα ούρα/ξένων σωμάτων σε τρόφιμα. ΑΝΤ. απουσία.|| (μτφ., ενεργός ρόλος:) Η ~ μιας ξένης δύναμης στην περιοχή. Ενίσχυση της ~ας μιας χώρας στο εξωτερικό. Βουλευτής με έντονη πνευματική/πολιτική και κοινωνική ~. Όμιλος με διεθνή/δυναμική/πολυετή/συνεχή επιχειρηματική ~ στον χώρο. Έχει διαρκή/ενεργή/εξέχουσα/ισχυρή/σημαντική ~ στα κοινά (πβ. συμμετοχή). Εντυπωσιακή/καλή η ~ της ομάδας στον τελικό. 2. (συνεκδ.) πρόσωπο, συνήθ. εντυπωσιακή γυναίκα, που παρευρίσκεται κάπου: αιθέρια/επιβλητική ~. Γλυκιές/καυτές ~ες. Μία από τις πιο λαμπερές/όμορφες/στιλάτες ~ες της σοουμπίζ. Πβ. ύπαρξη. ● ΣΥΜΠΛ.: Δευτέρα Παρουσία: ΘΕΟΛ. ο δεύτερος ερχομός του Χριστού στον κόσμο για να κρίνει τους ανθρώπους. ΣΥΝ. η ημέρα/η ώρα της κρίσεως. Πβ. συντέλεια του κόσμου. Βλ. εσχατολογία.|| (μτφ.-ειρων.) Μας βλέπω να περιμένουμε μέχρι τη ~ ~/(λόγ.) μέχρι ~ας ~ας (= πάρα πολύ) για την άδεια., σημείο παρουσίας: ΠΛΗΡΟΦ. γεωγραφικό σημείο στο οποίο ένας πάροχος εγκαθιστά εξοπλισμό για την εξυπηρέτηση ορισμένης περιοχής και των χρηστών της. [< αγγλ. point of presence (pop)] ● ΦΡ.: κάνω αισθητή την παρουσία μου: κινώ την προσοχή, προκαλώ εντύπωση με την εμφάνισή μου κάπου: Έκανε ~ ~ της στη δεξίωση.|| Το νέο προϊόν έκανε ιδιαίτερα ~ ~ του.|| Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά, κάνοντας ~ ~ του., παίρνω παρουσίες: σημειώνω τους παρόντες ή/και τους απόντες, συνήθ. διαβάζοντας δυνατά τα ονόματά τους από κατάλογο. Βλ. απουσιολόγος., παρουσία κάποιου [παρουσίᾳ] (λόγ.): ενώπιόν του, την ώρα που είναι παρών: ~ των διαδίκων. Το νέο κτίριο εγκαινιάστηκε ~ (= παρόντος) του Αρχιεπισκόπου., τιμώ κάποιον με την παρουσία μου: παρευρίσκομαι σε εκδήλωση, εκφράζοντας έτσι την εκτίμησή μου στο πρόσωπο των διοργανωτών: Ο υπουργός μας ~ησε με την ~ του.|| (ειρων.) Θα μας ~ήσεις με την ~ σου (= θα έρθεις) ή δεν μας καταδέχεσαι πια; [< 1: αρχ. παρουσία, γαλλ. présence 2: αγγλ. presence]

πήξη

πήξηπή-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως}: ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο ένα σώμα μετατρέπεται από ρευστό σε στερεό: γρήγορη ~. Χρόνος ~ης. Πβ. στερεοποίηση. ΣΥΝ. πήξιμο (1) ΑΝΤ. τήξη ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο πήξης: η θερμοκρασία στην οποία ένα ρευστό σώμα στερεοποιείται: ~ ~ νερού (: μηδέν βαθμοί Κελσίου). ΑΝΤ. σημείο τήξης, πήξη του αίματος βλ. αίμα [< αρχ. πῆξις]

σεξουαλικότητα

σεξουαλικότητασε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των εκδηλώσεων, συμπεριφορών που σχετίζονται με το γενετήσιο ένστικτο και την ικανοποίησή του: ανδρική/ανθρώπινη/γυναικεία/ενήλικη/ετερόφυλη/ετεροφυλόφιλη/καταπιεσμένη/παιδική/υγιής ~. Η ~ των εφήβων. Διαταραχές της ~ας (βλ. ανικανότητα, νυμφομανία, πρόωρη εκσπερμάτωση, ψυχρότητα). Έχει έντονη ~. Πβ. λίμπιντο. Βλ. αμφι~, α~, ετερο~, παν~, τραν~, υπερ~, -ότητα. ΣΥΝ. σεξουαλισμός [< γαλλ. sexualité, αγγλ. sexuality]

στίξη

στίξηστί-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. σύστημα μη αλφαβητικών σημείων που χρησιμοποιούνται στον γραπτό λόγο, για να υποδεικνύουν κυρ. τις παύσεις, τον επιτονισμό ή τα όρια συντακτικών ενοτήτων: εμφατική/προσεγμένη ~. Κανόνες/λάθη ~ης.|| (ΜΟΥΣ.) Μουσική ~. 2. (σπάν.-λόγ.) χάραξη στιγμάτων και συνεκδ. τα ίδια τα στίγματα: εγχάραξη της επιφάνειας των αγγείων με ~εις. ΣΥΝ. διάστιξη (2) ● ΣΥΜΠΛ.: σημεία στίξης: ΓΡΑΜΜ. γραπτά σύμβολα για τη στίξη ενός κειμένου (κόμμα, τελεία, άνω τελεία, θαυμαστικό, ερωτηματικό, παρένθεση, εισαγωγικά, αποσιωπητικά, παύλα). [< μτγν. στίξις 'σημάδι']

τήξη

τήξητή-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως}: ΦΥΣ. μεταβολή ενός στερεού σώματος σε υγρό με απορρόφηση θερμότητας: επαγωγική/μερική/οξειδωτική ~. ~ κρυστάλλων/μετάλλων/χαλκού. ~ με καύση αερίων. Δοχείο/κλίβανος/συγκολλήσεις ~ης. Βλ. σύντηξη.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ πάγων/χιονιού.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) Πυρηνική ~. Πβ. λιώσιμο. ΑΝΤ. πήξη ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο τήξης: η θερμοκρασία στην οποία ένα στερεό σώμα τήκεται: κράματα με υψηλό/χαμηλό ~ ~. Βλ. υπέρτηξη. ΑΝΤ. σημείο πήξης [< γαλλ. point de fusion] [< αρχ. τῆξις]

τριβή

τριβήτρι-βή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. δύναμη αντίστασης που ασκείται στην επιφάνεια επαφής δύο σωμάτων, όταν το ένα κινείται πάνω στο άλλο: εξωτερική/εσωτερική ~. Κινητική/στατική ~. ~ κύλισης/ολίσθησης. Γωνία/δύναμη/νόμοι της/ροπή της/συντελεστής ~ής.|| Η ~ των ελαστικών/του σώματος Α. ~ στον αέρα/στο έδαφος/στο νερό/στον πάγο. Υψηλή αντοχή σε ~. Υλικό ~ής. 2. (μτφ.-λόγ.) απόκτηση πείρας ύστερα από μακροχρόνια ενασχόληση: η ~ με την πραγματικότητα. Δεν έχει ~/του λείπει η ~ με τον κόσμο. Η ουσιαστική γνώση αποκτάται μέσα από την ~ με το εκάστοτε αντικείμενο. 3. (μτφ.-λόγ.) προστριβή, διαμάχη: Βρίσκονται/είναι σε συνεχή ~ και ένταση. Οι οικονομικές δυσκολίες δημιουργούσαν/προκαλούσαν ~ές στην οικογένεια. ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο τριβής (μτφ.): ζήτημα για το οποίο υπάρχει έντονη διαφωνία, αντιπαράθεση, σύγκρουση απόψεων: Οι αυξήσεις αποτελούν/παραμένουν (μόνιμο) ~ ~ μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Τα ~α ~ στις σχέσεις των δύο χωρών., ανεργία τριβής βλ. ανεργία [< αρχ. τριβή ‘φθορά, εμπειρία, αναβολή, απασχόληση’, γαλλ. friction, frottement]

τυφλός

τυφλός, ή, ό τυ-φλός επίθ. 1. που δεν βλέπει, δεν έχει την ικανότητα της όρασης: Γεννήθηκε/έμεινε ~. Ήταν εντελώς/σχεδόν ~ή. ~ από το ένα μάτι.|| (ως ουσ.) Μερικώς/ολικώς ~οί. Συνοδοί/σχολή ~ών. Επίδομα ~ού. Μπαστούνι/πεζοδρόμια (: με χαρακτηριστικές ανάγλυφες κίτρινες πλάκες)/σύστημα γραφής (= Μπράιγ) για ~ούς. Πβ. αόμματος, γκαβός, στραβός. 2. (μτφ., για αρνητικά συνήθ. συναισθήματα) παράφορος, παράλογος: ~ός: έρωτας. ~ή: οργή. ~ό: μίσος/πάθος. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) απόλυτος, απεριόριστος, ολοκληρωτικός: ~ή: αφοσίωση/πίστη/προσήλωση/υπακοή. Βλ. εθελότυφλος. 4. (μτφ.) που ενεργεί άβουλα, χαρακτηρίζεται από απουσία κρίσης ή λογικής: ~ από φανατισμό/για εκδίκηση. ~ό όργανο της εξουσίας.|| Οι ~ές δυνάμεις της αγοράς. Πβ. άλογος. 5. (μτφ., για επιθετική ή τρομοκρατική ενέργεια) που δεν έχει συγκεκριμένο στόχο: ~ή: βομβιστική επίθεση/τρομοκρατία. ~ά: χτυπήματα. 6. (μτφ.) που δεν έχει έξοδο, αλλά μόνο είσοδο ή δεν έχει παράθυρο ή το άνοιγμά του είναι χτισμένο: ~ός: δρόμος (πβ. αδιέξοδος). ~ό: οικόπεδο.|| ~ός: διάδρομος/τοίχος. ~ό: δωμάτιο.|| ~ό: παράθυρο. 7. (μτφ.) που δεν επιτρέπει την ορατότητα: ~ή: προσπέραση/στροφή. 8. (μτφ., σε ομαδικά αθλήματα) που γίνεται από παίκτη με περιορισμένο οπτικό πεδίο: ~ή: απόκρουση/μπαλιά/πάσα. ● επίρρ.: τυφλά ● ΣΥΜΠΛ.: τυφλή μελέτη & τυφλή δοκιμασία/έρευνα: ΙΑΤΡ. κατά την οποία ασθενείς και ερευνητές γιατροί δεν γνωρίζουν ποιος λαμβάνει νέα θεραπεία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αντικειμενικότητα στην κρίση τους: απλή (: αγνοούν μόνο οι άρρωστοι)/διπλή (: αγνοούν και οι δύο) ~ ~., τυφλή προσγείωση: που γίνεται αυτόματα, χωρίς ο πιλότος να έχει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης. [< αγγλ. blind landing, 1930] , τυφλό (έντερο): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το αρχικό τμήμα του παχέος εντέρου που βρίσκεται ανάμεσα στον ειλεό και το ανιόν κόλον και καταλήγει στη σκωληκοειδή απόφυση. , τυφλό σημείο 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. περιοχή του αμφιβληστροειδούς χιτώνα όπου καταλήγει το οπτικό νεύρο και η οποία αντιστοιχεί στην απουσία φωτοευαίσθητων κυττάρων, με αποτέλεσμα την ύπαρξη κενού στο οπτικό πεδίο, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό υπό κανονικές συνθήκες. 2. περιοχή που δεν μπορεί να ελέγξει κάποιος με την όρασή του, στην οποία δεν μπορεί να δει: Το ~ ~ του καθρέφτη (του αυτοκινήτου)., τυφλό σύστημα (μτφ.): πληκτρολόγηση (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή) χωρίς ο χρήστης να κοιτά τα πλήκτρα., τυφλό τραύμα (μτφ.): με οπή μόνο στο σημείο εισόδου: Φέρει ~ ~ στο(ν) θώρακα. ΑΝΤ. διαμπερές τραύμα, Κυριακή του τυφλού βλ. Κυριακή, τυφλή βία βλ. βία, τυφλή πτήση βλ. πτήση ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή & (σπάν.) η Θέμις είναι τυφλή: για να δηλωθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης γίνεται με αμεροληψία., στα τυφλά 1. (μτφ.) στην τύχη: Πηγαίναμε/ψάχναμε ~ ~ (= στα κουτουρού).|| Ραντεβού ~ ~ (: χωρίς να ξέρει και να έχει δει ποτέ ο ένας τον άλλον). 2. χωρίς κάποιος να βλέπει: Περπατούν τη νύχτα ~ ~ (: στο σκοτάδι)., εμπιστεύομαι κάποιον με κλειστά μάτια/τυφλά βλ. εμπιστεύομαι, έχω/δείχνω απόλυτη/τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιον/κάτι βλ. εμπιστοσύνη, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, στους τυφλούς/στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος βλ. μονόφθαλμος [< αρχ. τυφλός, γαλλ. aveugle]

υπερέχω

υπερέχω[ὑπερέχω] υ-πε-ρέ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερείχα, υπερέχ-οντας, (λόγ.) μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον}: είμαι καλύτερος ή ανώτερος από κάποιον ή κάτι, πλεονεκτώ: (+ γεν.) Η χώρα ~ει (έναντι) των γειτονικών της σε εξαγωγές. ~ει: αισθητά/αναμφίβολα/σαφώς.|| Βρίσκεται σε ~ουσα θέση. ΑΝΤ. μειονεκτώ ● ΦΡ.: υπερέχει στα σημεία: υπερτερεί στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά: Ο αγώνας θα είναι δύσκολος, αλλά η γηπεδούχος ομάδα ~ ~. [< αρχ. ὑπερέχω]

χιλιομετρικός

χιλιομετρικός, ή, ό χι-λιο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το χιλιόμετρο: ~ός: δείκτης/έλεγχος/περιορισμός (αυτοκινήτου)/χάρτης. ~ή: αποζημίωση (σε εργαζόμενους που κάνουν χρήση αυτοκινήτου)/έκταση/σήμανση. ~ές: αποστάσεις/διαδρομές. Αυτοκίνητο με υψηλή ~ή απόδοση. Πινακίδες ~ών ενδείξεων. Βλ. χιλιο-. ● επίρρ.: χιλιομετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χιλιομετρική θέση & χιλιομετρικό σημείο: η ακριβής τοποθεσία μετρημένη σε χιλιόμετρα: έργο οδοποιίας στη ~ ~ ... της εθνικής οδού. Ατύχημα στο ~ ~ ... της σιδηροδρομικής γραμμής. Επικίνδυνες ~ές θέσεις., χιλιομετρικός τόνος βλ. τόνος2 [< γαλλ. kilométrique, αγγλ. kilometric]

ώρα

ώρα

[ὥρα] ώ-ρα ουσ. (θηλ.) {ώρας | ώρες, ωρών} 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του χρόνου που ισούται με εξήντα λεπτά και με το ένα εικοστό τέταρτο της μέρας, καθώς και το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί σε αυτή· κατ' επέκτ. χρονική περίοδος που χρειάζεται ή διατίθεται για κάτι ή κατά την οποία γίνεται κάτι: ηλιακή/μισή (βλ. μισάωρο) ~. Ένα τέταρτο της ώρας. Μια ~ απόσταση/δρόμος. Μιάμιση ~ με το αεροπλάνο/το αυτοκίνητο/τα πόδια. Ταχύτητα που ξεπερνά τα ογδόντα χιλιόμετρα την ~. Πληρώνεται/χρεώνει με την ~. Βγάζει/κερδίζει/παίρνει πολλά χρήματα την ~. Διορία εβδομήντα δύο ωρών. Πολλές ώρες αργότερα/μετά/νωρίτερα. Θα έρθω σε μία ~. Το ταξίδι είχε διάρκεια τρεις ώρες. Έμεινα στο νησί είκοσι τέσσερις ώρες (= μια μέρα). Είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο (= συνεχώς). Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα (βλ. οκτάωρο). Επιπλέον ~ εργασίας (βλ. υπερωρία). Οι ώρες περνούσαν αργά. Ώρες ακρόασης (καθηγητών). Εν/σε ~ δράσης.|| ~ διδασκαλίας ή διδακτική ~ (: που διαρκεί περ. σαράντα πέντε λεπτά). Περίμενα αρκετή ~. Μπορείτε να μείνετε όση ~ θέλετε. Παρατηρούσα αρκετή ~ τα παιδιά. Περνάει τις ώρες (: τον χρόνο) της μελετώντας. Δεν έχω πολλή ~ στη διάθεσή μου. Δραματικές/κρίσιμες ώρες για την οικονομία της χώρας. Βλ. ανθρωπο~, εργατο~. 2. ορισμένη χρονική στιγμή ή τμήμα της ημέρας ή της νύχτας· ειδικότ. η στιγμή κατά την οποία συμβαίνει ένα γεγονός, που είναι αφιερωμένη σε κάτι ή ενδεδειγμένη για αυτό: ακριβής/προγραμματισμένη ~. Οι κενές/νεκρές ώρες του μεσημεριού (βλ. ώρα/ώρες αιχμής). Τι ~ είναι; Η ~ είναι πέντε και δέκα (ακριβώς). Οκτώ η ~ το πρωί (βλ. προ μεσημβρίας). Εννιά η ~ το βράδυ (αλλιώς: είκοσι μία, βλ. μετά μεσημβρία(ν)). Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά από τις εννιά ως τις τρεις η ~. Ρολόι που δείχνει τη σωστή ~. Είπε/κοίταξε/ρύθμισε/ρώτησε την ~. Παρά την προχωρημένη ~, το μαγαζί ήταν ανοικτό. Είναι περασμένη ~ και η υπηρεσία έχει κλείσει. Το δρομολόγιο εκτελείται απογευματινές/βραδινές/μεσημεριανές/νυχτερινές ώρες. Το γλέντι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. ~ γέννησης/έναρξης/λήξης/προσέλευσης.|| Η ~ του απολογισμού/των αποφάσεων/της κλήρωσης/της συνάντησης. ~ για διάλειμμα/διασκέδαση/μελέτη/παιχνίδι/ύπνο/φαΐ. ~ ευθύνης για την κυβέρνηση. Άλλαξε η ~ του ημιτελικού. Μου τηλεφώνησε σε ακατάλληλη ~. Είναι η ~ του αγώνα/του λαού. || Όλα έγιναν/θα γίνουν στην ώρα τους. 3. (ειδικότ.) σύστημα υπολογισμού του χρόνου με βάση τον τόπο ή την εποχή: παγκόσμια/τοπική ~. Διαφορά ώρας της Ελλάδας με άλλες χώρες. Αλλαγή της ώρας τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο (βλ. θερινή ~, χειμερινή ~). Οι δείκτες των ρολογιών θα μετακινηθούν μια ~ μπροστά/πίσω. 4. ΕΚΚΛΗΣ. {στον πληθ.} τέσσερις σύντομες ημερήσιες ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Διαβάζονται/ψάλλονται οι μεγάλες ή βασιλικές Ώρες (των Χριστουγέννων, των Θεοφανίων και της Μ. Παρασκευής). ● Υποκ.: ωρίτσα (η): στις σημ. 1,2: Το πολύ σε μισή ~ θα είμαι εκεί. ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημη ώρα 1. που ορίζεται σε κάθε χώρα από τον νόμο ανάλογα με ένα σταθερό σημείο αναφοράς (τον μεσημβρινό του Γκρίνουιτς): ~ ~ Ελλάδας. 2. που καθορίζεται από το πρόγραμμα: ~ ~ άφιξης., η Ώρα της Γης: παγκόσμια εκδήλωση που διεξάγεται ετησίως το τελευταίο Σάββατο του Μαρτίου, κατά το οποίο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις καλούνται να σβήσουν τα φώτα και τις ηλεκτρικές συσκευές τους ως ένδειξη ευαισθητοποίησης και διαμαρτυρίας για την κλιματική αλλαγή. [< αγγλ. Earth Hour, 2007] , βάρβαρη ώρα βλ. βάρβαρος, ζώνη ώρας βλ. ζώνη, η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης βλ. κρίση, η ώρα του παιδιού βλ. παιδί, η ώρα του πρωθυπουργού βλ. πρωθυπουργός, θερινή ώρα βλ. θερινός, μικρές ώρες βλ. μικρός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, χειμερινή ώρα βλ. χειμερινός, χρυσή ώρα βλ. χρυσός, ώρα Γκρίνουιτς βλ. Γκρίνουιτς, ώρα/ώρες αιχμής βλ. αιχμή, ώρες γραφείου βλ. γραφείο, ώρες/ωράριο λειτουργίας βλ. λειτουργία ● ΦΡ.: (ε)πάνω στην ώρα (προφ.): έγκαιρα, την πιο ενδεδειγμένη στιγμή: ~ ~ έφτασε., από την ώρα που: από τη στιγμή που, αφού, εφόσον: ~ ~ ενημερώθηκε, κινητοποιήθηκε άμεσα., από ώρα σε ώρα (προφ.) 1. σύντομα: Περιμένει, ~ ~, την απάντησή του. Αναμένεται ~ ~ να γεννήσει. Θα φύγω ~ ~. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. με την πάροδο του χρόνου: Οι τιμές αλλάζουν ~ ~. ΣΥΝ. ώρα με την ώρα, βρήκες την ώρα να ... (προφ.-εμφατ.): δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει κάτι: ~ ~ μου κάνεις αστεία! Άσε με ήσυχο, ώρα που τη βρήκες να γκρινιάξεις!, για την ώρα: μέχρι στιγμής, προσωρινά: ~ ~ δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε αλλαγές. ΣΥΝ. επί του παρόντος/προς το παρόν, προς στιγμή(ν), δύσκολες ώρες: για να τονιστεί η κρισιμότητα μιας κατάστασης: Περνάει ~ ~. Ήταν πάντα μαζί στις ~ ~., είναι με τις ώρες του (προφ.): (για πρόσ.) χωρίς σταθερή διάθεση και συμπεριφορά ή (για πράγμα) χωρίς σταθερή λειτουργία: ~ ~, πότε σου μιλάει και πότε όχι., είναι ώρα να/για: είναι κατάλληλη η περίσταση, ευνοϊκή η στιγμή: ~ ~ να αναλάβουμε πρωτοβουλίες. Δεν ~ ~ για κριτική., έχεις/έχετε ώρα; (προφ.): τι ώρα είναι;, η κακιά (η) ώρα (προφ.): ατυχής συγκυρία που οδηγεί σε κάτι δυσάρεστο: Δεν φταις εσύ, ήταν ~ ~., η μεγάλη ώρα: πολύ σημαντική στιγμή: ~ ~ πλησιάζει! Οι ~ες ώρες της ανθρωπότητας/ιστορίας., η ώρα η καλή! (προφ.): ως ευχή σε πρόσωπο που πρόκειται να παντρευτεί., ήρθε/σήμανε η ώρα & (λόγ.) ήγγικεν η ώρα (μτφ.): έφτασε η κατάλληλη, η σημαντική στιγμή (για κάτι): ~ ~ των διαρθρωτικών αλλαγών. ~ ~ για την έναρξη εθνικού διαλόγου.|| Όταν έρθει η ~, θα μιλήσω.|| Οι δείκτες του ρολογιού σήμαναν την ώρα της επιστροφής., θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες (προφ.): χρειάζεται χρόνος, για να γίνει κάτι: Θέλει (πολλή) ώρα, για να συνέλθει από το σοκ. Παίρνει (πολλές) ώρες να προσαρμοστείς. Τρώει ~ να φτιάξεις αυτό το γλυκό., κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του & καθετί/όλα τα πράγματα στην ώρα του(ς) (προφ.): για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος. ΣΥΝ. κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο), καλή του ώρα & ώρα του καλή: (ως ευχή για κάποιον που απουσιάζει τη στιγμή που γίνεται λόγος γι' αυτόν) να είναι καλά: ~ ~, όπου κι αν βρίσκεται!, καλή ώρα (προφ.): παρενθετικά, για να τονιστεί η ομοιότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: Γνώρισα έναν νεαρό, ~ ~ σαν και σένα. Σκέφτονται τα ίδια, ~ ~ όπως κι εμείς., μαύρη η ώρα (προφ.): ως κατάρα ή ως έκφραση απελπισίας: ~ ~ που σε γνώρισα!, με την ώρα του (προφ.): τη στιγμή που πρέπει: το καθένα ~ ~!, με τις ώρες/επί ώρες/ώρες ολόκληρες/για ώρες (εμφατ.): περισσότερο από τον αναμενόμενο χρόνο, παρατεταμένα: Κάθεται με τις ώρες στον ήλιο. Περίμεναν υπομονετικά επί ώρες. Περνούσε ώρες ολόκληρες στη βιβλιοθήκη. Έμενε για ώρες στο γυμναστήριο., μέχρι την ώρα που: ως τη στιγμή που: Από την ώρα που πήγα, ~ ~ έφυγα, δεν τον είδα καθόλου., όλες τις ώρες: κάθε στιγμή της ημέρας, συνεχώς: ρούχα για ~ ~. Ενιαία χρέωση ~ ~. ~ ~ της μέρας και της νύχτας., όλη την ώρα: συνεχώς, διαρκώς: Είμαστε μαζί/μαλώνουμε ~ ~. Δεν γίνεται ν' ασχολούμαστε ~ ~ μαζί του. ΣΥΝ. κάθε ώρα και στιγμή, στην ώρα μου: στην προκαθορισμένη χρονική στιγμή: Έφτασα/ήρθα ~ ~. Ξύπνησα νωρίς, για να 'μαι ~ ~. Να είσαι έτοιμη ~ σου. Είναι πάντα ~ του., την τελευταία/ύστατη ώρα & την ενδεκάτη ώρα: λίγο πριν εξαντληθούν τα περιθώρια, οι προθεσμίες: Σώθηκε ~ ~. Προβλήματα θα υπάρχουν μέχρι την τελευταία ~. Έστω και την ύστατη ~ αποφεύχθηκε ο κίνδυνος. Οι ειδήσεις/τα ψώνια της τελευταίας ώρας. Πβ. την τελευταία στιγμή., της κακιάς ώρας (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν έχει ποιότητα: Το μαγαζί ήταν ~ ~. Πβ. ελεεινός και τρισάθλιος. ΣΥΝ. της συμφοράς, της ώρας: (για τρόφιμα) φρέσκος ή (για φαγητό, κυρ. κρέας) που ψήνεται λίγο πριν φαγωθεί: ψάρια ~ ~.|| Πιάτα ~ ~. Μαγειρευτά και ~ ~., τρώω την ώρα (προφ.) 1. χαραμίζω τον καιρό μου άσκοπα: Τρώει την ~ του, χαζεύοντας. ΣΥΝ. σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου 2. (σε κάποιον) τον καθυστερώ: Μου ~ει ώρα με πράγματα ασήμαντα. Με τη συζήτηση μου ~ει ώρα από το διάβασμα., ώρα καλή σου & ώρα σου καλή (λαϊκό-λογοτ.): ως ευχή ή χαιρετισμός: ~ ~ γέροντα!, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου (προφ.): ευχή για καλό ταξίδι ή γενικότ. καλοτυχία· (κυρ. ειρων.) σε περιπτώσεις χωρισμού., ώρα με την ώρα (προφ.): με το πέρασμα του χρόνου: Η κατάσταση επιδεινώνεται ~ ~. Βλ. από στιγμή σε στιγμή. ΣΥΝ. από ώρα σε ώρα (2), ώρα/ώρες είναι να ... (προφ.-εμφατ.): λέγεται όταν δεν θέλουμε να συμβεί κάτι: ~ ~ μας κατηγορήσεις κιόλας, επειδή ενδιαφερθήκαμε!, ώρες ώρες (προφ.): μερικές φορές, κάπου κάπου: ~ ~ είναι πολύ ενοχλητικός. Δεν σε καταλαβαίνω ~ ~. ΣΥΝ. πότε πότε, (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού βλ. λογαριασμός, ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. ανάθεμα, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ, για να περάσει/περνάει η ώρα βλ. περνώ, δεν βλέπω την ώρα να ... βλ. βλέπω, δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή, η δωδεκάτη (ώρα) βλ. δωδέκατος, η στιγμή/ώρα της αλήθειας βλ. αλήθεια, κάθε ώρα και στιγμή βλ. στιγμή, κούφια η ώρα (που τ' ακούει) βλ. κούφιος, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μέχρι στιγμής βλ. στιγμή, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, μια(ν) ώρα αρχύτερα βλ. αρχύτερα, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, πριν την ώρα/της ώρας του βλ. πριν, σε περίπτωση ανάγκης βλ. ανάγκη, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια βλ. τέτοιος, την ίδια στιγμή/ώρα βλ. στιγμή, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, ώρα μηδέν βλ. μηδέν, ώρες κοινής ησυχίας βλ. ησυχία [< αρχ. ὥρα, γαλλ. heure, αγγλ. time]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.