Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σιαγόνα σι-α-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. γνάθος: άνω/κάτω ~. Πβ. σαγόνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθένα από τα δύο συνδεδεμένα μέρη εργαλείου ή μηχανήματος που ανοιγοκλείνουν, για να σφίξουν, να συγκρατήσουν κάτι: ανταλλακτική ~. Ρυθμιζόμενες/στρογγυλές ~ες. ~ες φρένων. Πένσα με ίσια/καμπυλωτή ~. Πβ. σφιγκτήρας. [< 1: αρχ. σιαγών 2: γαλλ. mâchoire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.