Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- σιγή σι-γή ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου ή ομιλιών, απόλυτη ησυχία: επικρατεί απόλυτη ~. || Ένοχη ~. Πβ. σιγαλιά, σιωπή. ΑΝΤ. βοή ● ΣΥΜΠΛ.: εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός, σιγή ασυρμάτου βλ. ασύρματος ● ΦΡ.: (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, ενός λεπτού σιγή βλ. λεπτό, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς [< αρχ. σιγή]
- σιγηλός , ή, ό βλ. σιγαλός
- σίγηση σί-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. μη εκφορά συμφώνου ή φωνήεντος· αποβολή. 2. ΒΙΟΛ. καταστολή της έκφρασης γονιδίου κατά τη μεταγραφή του DNA. 3. (σπάν.) σίγαση: ~ συναγερμού. [< μεσν. σίγησις, 2: αγγλ. silencing]
Αφεκτικόν
Αφεκτικόν, ων, ον [αἰδήμων] αι-δή-μων επίθ. {αιδήμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αιδημοσύνη, σεμνός, ντροπαλός: ~ και συνεσταλμένος. ΑΝΤ. αδιάντροπος ● επίρρ.: αιδημόνως ● ΦΡ.: (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν): σιωπά από ενοχή ή προσποιητή ντροπή, σεμνότητα: Αντί να ζητήσει συγγνώμη, κρατάει ~ ~. Αφού παραβίασαν κάθε έννοια δικαίου, τηρούν τώρα ~ ~. Η αιδήμων ~ των αρμόδιων φορέων. [< αρχ. αἰδήμων]
ασύρματος
ασύρματος, ος/η, ο [ἀσύρματος] α-σύρ-μα-τος επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που λειτουργεί ή γίνεται χωρίς ηλεκτροφόρο σύρμα: ~ος: (φορητός) υπολογιστής. ~η: δικτύωση/επικοινωνία (πβ. τηλεματική)/κάρτα/πρόσβαση στο ίντερνετ/τηλεφωνία. ~ο: δίκτυο (βλ. γουάι φάι)/(τηλε)χειριστήριο. ~α: μικρόφωνα. ΑΝΤ. ενσύρματος ● Ουσ.: ασύρματο (το): ασύρματο τηλέφωνο. [< αγγλ. wireless]
εκκωφαντικός
εκκωφαντικός, ή, ό [ἐκκωφαντικός] εκ-κω-φα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): (για ήχο) που ξεκουφαίνει, που έχει τόσο δυνατή ένταση, ώστε να μην ακούγεται τίποτα άλλο: ~ός: θόρυβος/κρότος. ~ή: έκρηξη/μουσική.|| (μτφ.) ~ή: αποτυχία (πβ. παταγώδης)/απουσία/επιτυχία. ● ΣΥΜΠΛ.: εκκωφαντική σιωπή & (σπάν.) σιγή (μτφ.): για να δηλωθεί ότι το πρόσωπο που σιωπά είναι ένοχο ή βρίσκεται σε δύσκολη θέση: η ~ ~ των αρμοδίων. [< γαλλ. assourdissant]
ιχθύς
ιχθύς[ἰχθύς] ι-χθύς ουσ. (αρσ.) {ιχθ-ύος, -ύ | -ύες (συχνότ. εσφαλμ. -είς), -ύων, -ύς (συχνότ. εσφαλμ. -είς)} 1. (λόγ.) ψάρι: εκτροφή/παραγωγή ~ύων. Βλ. οστεϊχθύες, χονδριχθύες. 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Ι) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το δωδέκατο και τελευταίο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (20 Φεβρουαρίου-20 Μαρτίου) μετά τον Υδροχόο· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. ● ΦΡ.: ιχθύος αφωνότερος/άφωνος ιχθύς (μτφ.): υπερβολικά ολιγόλογος, σιωπηλός., τηρεί σιγή(ν) ιχθύος & (σπάν.) κρατά σιγή ιχθύος (μτφ.): σιωπά, δεν αποκαλύπτει, δεν κοινοποιεί κάτι. Πβ. κρατά το στόμα του κλειστό, κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό. [< αρχ. ἰχθύς]
λεπτό
λεπτόλε-πτό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) λεφτό 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα χρόνου (σύμβ. min) ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας ή με εξήντα δευτερόλεπτα· συνεκδ. σύντομο χρονικό διάστημα: διάρκεια ενός ~ού. Χρέωση ... ευρώ ανά/το ~. Πέντε ~ά (= πεντάλεπτο) διάλειμμα. (στην κινητή τηλεφωνία:) Δωρεάν ~ά ομιλίας. Μέσα σε δύο ~ά/εντός είκοσι ~ών. Τρία ~ά αργότερα. Πριν (από) επτά ~ά. Δεκαπέντε ~ά (= ένα τέταρτο) μετά τις δύο. Είναι τριάντα ~ά (= μισή ώρα) μακριά/με τα πόδια. Απομένουν έξι ~ά (μέχρι τη λήξη). Επιστρέφω σε δέκα ~ά (= σε ένα δεκάλεπτο). Διακόπτουμε για λίγα ~ά (: ολιγόλεπτη διακοπή). Πάλεψαν για τη νίκη μέχρι το τελευταίο ~ του αγώνα. Πβ. πρώτο.|| Τον συμπάθησα από το πρώτο ~. Θα πάρει μόνο ένα ~ (= πολύ λίγο). Ζει κάθε ~ της ζωής του. Πβ. στιγμή. 2. ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό του ευρώ (και παλαιότ. της δραχμής)· συνεκδ. το αντίστοιχο κέρμα: δύο/πέντε/δέκα/είκοσι/πενήντα ~ά (= δί-/πεντά-/δεκά-/εικοσά-/πενηντά-λεπτο). ΣΥΝ. ευρωλεπτό, σεντ 3. ΓΕΩΜ. μονάδα μέτρησης γωνιών, ίση με το ένα εξηκοστό της μοίρας. ● Υποκ.: λεπτάκι & λεπτούλι (το): στη σημ. 1: μισό λεπτάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερο (λεπτό): δευτερόλεπτο. ● ΦΡ.: από λεπτό σε λεπτό & από το ένα λεπτό στο άλλο (προφ.) 1. σε πολύ λίγο: Τους περιμένω ~ ~. Πβ. από τη μια στιγμή/μια μέρα στην άλλη, από ώρα σε ώρα, οσονούπω. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. πολύ γρήγορα: Η κατάστασή του χειροτερεύει ~ ~. [< γαλλ. d'une minute à l'autre ] , για μισό/για ένα λεπτό (προφ.): για να εκφραστεί αντίρρηση, διαφωνία ή για να ζητηθούν διευκρινίσεις, εξηγήσεις: ~ ~ (= όπα), πότε το είπα αυτό;|| ~ ~ (= κάτσε, περίμενε, στάσου), γιατί με μπέρδεψες, τι εννοείς;, ένα/μισό λεπτό (προφ.): για να δηλωθεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα: Περίμενε ~ ~ (= λιγάκι)! Επιστρέφω σε ~ ~ (= αμέσως). Μισό ~ να κοιτάξω και θα σου πω (κ. αργκό "μισό"). ~ ~, παρακαλώ!, ενός λεπτού σιγή & μονόλεπτη/-ος σιγή & τριών λεπτών σιγή: απόδοση τιμής σε αποθανόντα συνήθ. πριν από την έναρξη επίσημης εκδήλωσης, διάρκειας ενός λεπτού ή τριών λεπτών (κυρ. στη μνήμη πολλών θυμάτων), σε σιωπηλή και όρθια στάση των παρευρισκομένων: Κράτησαν/τήρησαν ~ ~. [< γαλλ. une minute de silence] , λεπτό προς λεπτό: (συνήθ. για δημοσιογραφική κάλυψη) αναλυτική παρακολούθηση γεγονότος ή διαδικασίας την ώρα που λαμβάνει χώρα: ~ ~ η επιχείρηση απεγκλωβισμού/οι κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις/η μάχη των εκλογών., ούτε λεπτό: καθόλου, ούτε στιγμή: Δεν υπάρχει ~ ~ για χάσιμο! Δεν σταμάτησε ~ ~ να βρέχει. Θα σε περιμένω μέχρι τις τέσσερις, ~ ~ παραπάνω., στο λεπτό: αμέσως, πάρα πολύ γρήγορα: φωτογραφίες ~ ~ (πβ. της στιγμής). Ετοιμάστηκε ~ ~ (= σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου, στη στιγμή, στο άψε σβήσε/πι και φι/πιτς φιτίλι/τάκα-τάκα/τσακ μπαμ). [< γαλλ. à la minute] [< μτγν. λεπτόν 1,2: γαλλ. minute]
νεκρικός
νεκρικός, ή, ό νε-κρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον νεκρό ή τους νεκρούς: ~ή: κλίνη (ή ~ό κρεβάτι)/πομπή/τελετή (= νεκρώσιμη).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ή: προσωπίδα. ~ό: στεφάνι. Οι ~οί θάλαμοι των κατακομβών/πυραμίδων. Τα ~ά πορτρέτα Φαγιούμ. Βλ. εντάφιος, ταφικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ακαμψία (: που επέρχεται στο σώμα μετά τον θάνατο).|| (μτφ.) ~ή: ακινησία. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκρική σιγή/σιωπή: απόλυτη, άκρα ησυχία: Επικρατούσε ~ ~. Πβ. νέκρα. [< γαλλ. silence de mort] [< μτγν. νεκρικός, γαλλ. mortuaire]
σιγαλός
σιγαλός, ή, ό σι-γα-λός επίθ. & σιγηλός (λογοτ.): σιγανός, ήσυχος. ● επίρρ.: σιγαλά [< αρχ. σιγαλός]