Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σιδερίτης σι-δε-ρί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού που ωριμάζει όψιμα: Βλ. ροδίτης, σαββατιανό. 2. ΒΟΤ. αρωματικό φυτό με κίτρινα ή λευκά άνθη (επιστ. ονομασ. sideritis), το τσάι του βουνού. [< 2: μτγν. ἡ σιδηρῖτις, μεσν. σιδερίτης]

Λεμόνανθος

Λεμόνανθος [ῥοδίτης] ρο-δί-της ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό ξηρό κρασί που παράγεται από την ομώνυμη ποικιλία σταφυλιού. Βλ. σαββατιανό, λεμονανθός. [< πβ. μτγν. ῥοδίτης ‘(για οίνο) αρωματισμένος με τριαντάφυλλο’]