Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σιδηρίτης σι-δη-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. φυσικό ανθρακικό ορυκτό του σιδήρου (FeCO3). Βλ. αιματίτης, χαλαζίας, -ίτης2. [< γαλλ. sidérite, αγγλ. siderite, γερμ. Siderit]

αιματίτης

αιματίτης[αἱματίτης] αι-μα-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό οξείδιο του σιδήρου κοκκινωπού ή καστανού χρώματος και συνεκδ. η αντίστοιχη μαύρη πέτρα: πλακώδης/φυλλώδης ~.|| Σφραγιδόλιθοι κατασκευασμένοι από ~η. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. αἱματίτης, γαλλ. hématite, αγγλ. hæmatite]