Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σιμούν σι-μούν ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πολύ ζεστός, ξηρός και ισχυρός άνεμος που πνέει στις ερήμους της Αραβίας και της Β. Αφρικής και φτάνει ως τις ακτές της Μεσογείου. Βλ. αμμοθύελλα, σιρόκος, χαμσίνι. [< γαλλ. simoun]

αμμοθύελλα

αμμοθύελλα[ἀμμοθύελλα] αμ-μο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. δυνατός άνεμος, συνήθ. στις ερήμους, που σηκώνει και μετακινεί μεγάλες ποσότητες άμμου ή και σκόνης: σαρωτικές/σφοδρές ~ες. Ξέσπασε ~ που περιόρισε την ορατότητα. Βλ. λασποβροχή, χιονοθύελλα. [< αγγλ. sandstorm]