Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • σκαλμός σκαλ-μός ουσ. (αρσ.) & σκαρμός: ΝΑΥΤ. ξύλινος ή μεταλλικός πάσσαλος που τοποθετείται κάθετα στην κουπαστή βάρκας και στο άκρο του δένεται το κουπί: ~ λέμβου. [< αρχ. σκαλμός, μεσν. σκαρμός]