Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σκαρφίζομαι σκαρ-φί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σκαρφί-στηκα, σκαρφιζ-όμενος} (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): επινοώ κάτι, μου έρχεται μια ιδέα για την επίτευξη ενός στόχου: ~εται δικαιολογίες/ιστορίες/κόλπα/λύσεις/σχέδια. ~εται ένα σωρό τεχνάσματα. Ποιος ξέρει τι ~στηκε πάλι. Τι ~εται ο άνθρωπος, για να ... Πβ. εφευρίσκω, σκαρώνω, μηχανεύ-, σοφίζ-, τεχνάζ-ομαι. [< μεσν. *σκαριφίζομαι < μτγν. σκαριφῶμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.