Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σκαρώνω σκα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {σκάρω-σα, σκαρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, σκαρών-οντας} (προφ.) 1. σχεδιάζω, επινοώ κάτι στα κρυφά: ~ουν ζαβολιές/κομπίνες/παραμύθια. Μας ~σαν σκανταλιές/φάρσες. ~σε ένα κόλπο, για να τον ξεγελάσει (πβ. μηχανεύομαι). Μου τη ~σε τη δουλειά (= μου την έφερε). Τι ~ει καμιά φορά η τύχη, ε; Κάτι βρόμικο ~εται. Πβ. μαγειρεύω, σκαρφίζομαι. 2. φτιάχνω, δημιουργώ κάτι γρήγορα, με προχειρότητα: ~ει ανέκδοτα/ιστορίες/στίχους. ~σε ένα ποιηματάκι.|| Μόλις παντρευτούν, θα ~σουν (= κάνουν) κανένα κουτσούβελο. Πβ. τεκνοποιώ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.