Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • σκοπευτής σκο-πευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σκοπεύτρια}: αυτός που σημαδεύει με όπλο· ειδικότ. αθλητής της σκοποβολής: άριστος/επαγγελματίας/επίλεκτος ~. Ικανός ~ και πολεμιστής.|| Οι ~ές του ομίλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος σκοπευτής: αυτός που πυροβολεί από αθέατο μέρος, συνήθ. χωρίς να είναι ενταγμένος σε τακτική μονάδα μάχης· κατ' επέκτ. κάθε πρόσωπο που δρα ανεξάρτητα: ~ ~ ειδικών αποστολών.|| Σε ρόλο ~ου ~ή. [< γαλλ. franc-tireur] [< μτγν. σκοπευτής 'παρατηρητής, κατάσκοπος', γαλλ. tireur]