Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- σκοτάδι σκο-τά-δι ουσ. (ουδ.) 1. απουσία φωτός που εμποδίζει την όραση, καθιστώντας αθέατα ή δυσδιάκριτα, πρόσωπα και πράγματα: αδιαπέραστο/απέραντο/βαθύ/πηχτό/πυκνό ~. Απλώθηκε/έπεσε ~. Η πόλη βυθιζόταν στο ~. Δεν φοβάται το ~. (επιτατ.) Πίσσα ~. Έξω ήταν ακόμη ~ (= νύχτα, σκοτεινιά). Πβ. σκότος. Βλ. τρισκόταδο. 2. (μτφ.) άγνοια, αμάθεια ή αβεβαιότητα· κατ' επέκτ. ζοφερή κατάσταση ή αρνητική διάθεση: πνευματικό (πβ. σκοτασμός)/πολιτικό ~. Το ~ της πλάνης/των προκαταλήψεων. Βρίσκονται/είναι/ζουν/(παρα)μένουν στο ~. Μη μας κρατάτε στο ~. Το παρελθόν της καλύπτεται από ~ (πβ. ασάφεια, μυστήριο).|| Αχτίδα φωτός στο ~ της απαισιοδοξίας. Διέλυσε το ~ του φόβου. ΣΥΝ. μαυρίλα. Πβ. έρεβος, ζόφος. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο σκοτάδι & (λόγ.) αιώνιο σκότος (μτφ.-λογοτ.): θάνατος: Τους βρήκε το ~ ~. Βλ. αιώνιος ύπνος., μαύρα σκοτάδια 1. (επιτατ.) απόλυτο σκοτάδι: Βρήκε την έξοδο μέσα στα ~ ~. 2. (μτφ.) πλήρης άγνοια ή απελιπισία: Έχει ~ ~ από ... (= μαύρα μεσάνυχτα). Τους κρατούν σε ~ ~. ● ΦΡ.: βγάζω από τα σκοτάδια (μτφ.): διαφωτίζω: Η γνώση είναι το φως που ~ει ~ της αμάθειας., τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι & (σπάν.) χώμα (μτφ.) 1. πέθανε ή δολοφονήθηκε. 2. (για κάποιον ή κάτι) χάθηκε, εξαφανίστηκε ή καταστράφηκε: ~ ~ και η ανυποληψία (: έπεσε στην αφάνεια). Την υπόθεση την ~ ~ (: δεν βγήκε ποτέ στο φως). ΣΥΝ. τον/το τρώει η μαρμάγκα, αφήνω στο σκοτάδι βλ. αφήνω [< μτγν. σκοτάδι(ν) < αρχ. σκότος]
- σκοταδισμός σκο-τα-δι-σμός ουσ. (αρσ.): θεωρία και πρακτική που παρεμποδίζει τον εκσυγχρονισμό, την εξάπλωση των επιστημονικών γνώσεων και την πνευματική πρόοδο του λαού· κατ' επέκτ. έντονος συντηρητισμός: θρησκευτικός/μεσαιωνικός ~. ~ και οπισθοδρόμηση. Πβ. μεσαιωνισμός. Βλ. διαφωτισμός, -ισμός. [< γαλλ. obscurantisme]
- σκοταδιστής σκο-τα-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σκοταδίστρια}: οπαδός του σκοταδισμού: οπισθοδρομικοί ~ές. Βλ. διαφωτιστής. [< γαλλ. obscurantiste]
- σκοταδιστικός , ή, ό σκο-τα-δι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σκοταδισμό ή τον σκοταδιστή: ~ή: λογοκρισία/προπαγάνδα. ~ό: καθεστώς. ~οί: κύκλοι. ~ές: αντιλήψεις. Πβ. οπισθοδρομικός. Βλ. διαφωτιστικός. ● επίρρ.: σκοταδιστικά [< γαλλ. obscurantiste]
αιώνιος
αιώνιος, α, ο [αἰώνιος] αι-ώ-νι-ος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. αιωνία} 1. άχρονος, χωρίς αρχή και τέλος, που μένει ανέπαφος στο πέρασμα των αιώνων και δεν υπόκειται σε αλλαγές, που υπάρχει για πάντα: (ΘΕΟΛ.) ο ~ Θεός. Ο ~ κύκλος της ζωής και του θανάτου (: που διαρκεί εσαεί).|| ~α: αγάπη/ευγνωμοσύνη/νιότη. ~ες: αλήθειες. ~α: ιδανικά. ~α τιμή και δόξα στους νεκρούς του πολέμου. Το ~ο μήνυμα του ανθρωπισμού. Το ηλεκτρονικό κείμενο δεν υπόκειται στη φθορά, γίνεται σχεδόν ~ο (= άφθαρτο). Οι ~ες και σταθερές αρχές του Σύμπαντος. Οι ~ες αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Πβ. αέναος, αθάνατος, ακατάλυτος, διηνεκής, παντοτινός. ΑΝΤ. εφήμερος, πρόσκαιρος, προσωρινός 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που δεν σταματά, υπάρχει ή γίνεται διαρκώς, που παραμένει συνεχώς στην ίδια θέση ή κατάσταση ή χαρακτηρίζεται σταθερά από μια ιδιότητα, μόνιμος, ίδιος: ~ος: φαύλος κύκλος (της βίας)/φόβος (του θανάτου). ~α: αγάπη (= παντοτινή)/(ειρων.) βλακεία/γκρίνια. ~ο: επιχείρημα/κλισέ. ~οι: εχθροί (= προαιώνιοι, βλ. ~οι αντίπαλοι). ~α: βάσανα (= ατέλειωτα)/παράπονα. Ο φθόνος, το ~ο (= χαρακτηριστικό, σταθερό) μειονέκτημά του. Η ~α κατάρα του διχασμού. (υβριστ.) Οι ~οι γλείφτες. (οικ.-ειρων.) ~ γυναικάς (= αδιόρθωτος)/πρωταθλητής (= διαδοχικός, επί πολλά συναπτά έτη). 3. που έχει διαχρονική αξία ή πλούσια ιστορία· κλασικός, ανυπέρβλητος: ~α: μελωδία/ντίβα. ~ο: μνημείο/τραγούδι. Οι ~ες αξίες της κλασικής εποχής. Πβ. αθάνατος, απαράμιλλος, ιδεώδης, τέλειος. ● Ουσ.: αιώνιο (το) (λόγ.): η έλλειψη αρχής και τέλους στον χρόνο: Οι έννοιες του Απόλυτου, του ~ου και του Άπειρου ταιριάζουν στον Θεό. ● επίρρ.: αιώνια & (λόγ.) αιωνίως ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια επιστροφή: ΦΙΛΟΣ. επανάληψη γεγονότων κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Πβ. παλιγγενεσία. [< γαλλ. retour éternel] , αιώνιοι (αντίπαλοι): ΑΘΛ. (συνήθ. για αθλητικό σύλλογο, σπάν. για αθλητή) καθένας από τους δύο παραδοσιακούς-ιστορικούς (και κορυφαίους σε μια χώρα ή πόλη) διεκδικητές ενός τίτλου σε άθλημα: (ως ουσ.) Ακάθεκτοι οι ~ συνέχισαν την πορεία τους προς τον τίτλο., η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό: που ασκεί έλξη και γοητεία στους άντρες (ανεξάρτητα από εποχές και πρότυπα). [< γαλλ. l' éternel féminin] , αιώνια ανάπαυση βλ. ανάπαυση, αιώνιο πρόβλημα βλ. πρόβλημα, αιώνιο πυρ βλ. πυρ, αιώνιο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, αιώνιος έφηβος βλ. έφηβος, έφηβη, αιώνιος ύπνος βλ. ύπνος, αιώνιος φοιτητής βλ. φοιτητής, φοιτήτρια, ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, η αιώνια πόλη βλ. πόλη, η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή βλ. ζωή, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ.: αιωνία σου/του/της η μνήμη (ευχετ.): (σε επικήδειο λόγο, άρθρο) μακάρι να είναι παντοτινή η ανάμνηση του εκλιπόντος. Πβ. Θεός σχωρέσ' τον/την!, εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές βλ. μονή [< αρχ. αἰώνιος, γαλλ. éternel, perpétuel]
αφήνω
αφήνω[ἀφήνω] α-φή-νω ρ. (μτβ.) {άφη-σα (λαϊκό) άφηκα, (προστ. άφη-σε, αφή-στε κ. άσε, άστε), αφέ-θηκα, αφη-μένος, αφήν-οντας} 1. σταματώ να κρατώ κάποιον ή κάτι· (απ)ελευθερώνω: ~σε τα χέρια μου ελεύθερα! Μη μ' ~σεις, θα πέσω. Άσε με!|| ~ το γκάζι (= δεν το πατώ).|| ~ κρατούμενο/όμηρο. 2. ακουμπώ, αποθέτω, τοποθετώ κάτι ή κάποιον σε συγκεκριμένο σημείο: Άσε τις βαλίτσες κάτω (ΑΝΤ. πάρε, πιάσε, σήκωσε). Γιατί ~εις (: παρατάς) τα πράγματά σου όπου βρεις; Βιβλία ~μένα στο πάτωμα.|| ~σα (= ξέχασα) τα κλειδιά μου στο σπίτι.|| ~σα (= πάρκαρα) το αυτοκίνητο μακριά.|| (σε οδηγό ταξί) ~στε με εδώ (: θα αποβιβαστώ, θα κατέβω).|| (μτφ.) Το ~ (= εμπιστεύομαι) στην κρίση σου. ~ (κάποιον) στο μαγαζί (βλ. αφήνω κάποιον στο πόδι μου). 3. εγκαταλείπω συνήθ. οριστικά ή σταματώ να κάνω κάτι: ~ τα όνειρά/σχέδιά μου. ~ μια δουλειά/μια θέση (= παραιτούμαι). Τον ~ουν σιγά-σιγά οι δυνάμεις του (πβ. εξασθενώ). ~σε το πανεπιστήμιο/σχολείο (= διέκοψε, παράτησε). Τους ~σαν στο έλεος του εχθρού. Δεν μπορώ να σε ~σω (= αποχωριστώ). Άστον μόνο του! Την/τον ~σε (= χώρισε).|| ~σε (= έφυγε, μετακόμισε από) το χωριό του και εγκαταστάθηκε στην πόλη.|| Πρέπει να σε ~σω τώρα (: κλείνοντας τηλεφωνική συνομιλία).|| Άσε τα αστεία/την πλάκα (= κόψε)/τα ψέματα!|| (σπάν.) Δεν μπορεί να ~σει (= κόψει) το ποτό. 4. επιτρέπω, προσφέρω τη δυνατότητα: ~ κάποιον να περάσει (πρώτος)/ένα αυτοκίνητο να προσπεράσει. Υλικό που δεν ~ει τον αέρα να περάσει (= αεροστεγές). ~σε ανοιχτό το ενδεχόμενο να .../να εννοηθεί ότι ... Δεν ~σε περιθώρια (αντίδρασης). ~σες να χαθεί (= δεν εκμεταλλεύτηκες) τέτοια ευκαιρία; Πώς τον ~ουν να κυκλοφορεί ελεύθερος; Δεν με ~σε (= μου απαγόρευσε) ο πατέρας μου να έρθω στην εκδρομή. Δεν μας ~σαν (= μας εμπόδισαν, πβ. τρώω πόρτα) να μπούμε στο μαγαζί. Δεν θα το ~σω να περάσει έτσι! Δεν μου ~σε άλλη επιλογή. Άσε τους άλλους να λένε ό, τι θέλουν (= αδιαφόρησε)! 5. δεν χρησιμοποιώ ή δεν καταναλώνω (κάτι), διατηρώ τη θέση ή την κατάστασή του: Ελπίζω να ~σες φαγητό και για μένα. Άσε τα πράγματα στη θέση τους. ~ τα μακαρόνια να βράσουν.|| ~ (κάποιον) στην άγνοια. 6. δεν κάνω κάτι, αναβάλλω για αργότερα: ~ τον λογαριασμό απλήρωτο/το παράθυρο ανοιχτό/το φως αναμμένο. ~σα τη δουλειά ατελείωτη/μισή. Άσε (= περίμενε) πρώτα να δούμε τι θα κάνει ... Ας ~σουμε αυτή τη συζήτηση, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Πβ. μεταθέτω. 7. δίνω ή κληροδοτώ: ~ πουρμπουάρ. ~σέ μου τη διεύθυνσή/το τηλέφωνό σου και θα σε ειδοποιήσω. Θα μου ~σεις (= δανείσεις) το αυτοκίνητό σου για λίγες ώρες; ~σε παραγγελία (= παρήγγειλε) στον ... Μου ~σε το κλειδί του σπιτιού του, για να ποτίζω τα λουλούδια. Πβ. παραχωρώ.|| Από εκατό ευρώ μου το ~σε εβδομήντα (: το πούλησε σε χαμηλότερη τιμή).|| (στο γ' πρόσ.) Δουλειά που ~ει κέρδος. Πβ. αποδίδει, αποφέρει.|| (για προθεσμία) ~σέ μου λίγες ώρες να το σκεφτώ.|| Παρακαλώ ~στε μήνυμα στον τηλεφωνητή.|| ~ κληρονομιά. 8. δημιουργώ, προκαλώ κάτι, συχνά αρνητικό· οδηγώ κάποιον σε ορισμένη κατάσταση: (για δημιουργία ελεύθερου χώρου:) ~ απόσταση/τόπο (μεταξύ πραγμάτων/στοιχείων κ.λπ.). ~στε λίγο περιθώριο στα αριστερά του γραπτού.|| ~ αιχμές/υπαινιγμούς (πβ. πετάω σπόντες). Κάποιος/κάτι με ~ει αδιάφορο/έκπληκτο. Με ~σες με τη(ν) αίσθηση/βεβαιότητα ότι/πως … Η κατάθεσή του ~σε πολλά ερωτηματικά.|| Σύστημα καθαρισμού που δεν ~ει σημάδια. ~ (κάποιον) μετέωρο/ξεκρέμαστο. Ο τυφώνας ~σε χιλιάδες άστεγους. 9. (οικ.) απορρίπτω, κόβω: Δεν ~σε κανέναν στην ίδια τάξη (= τους πέρασε όλους). Βλ. προβιβάζω. ● Παθ.: αφήνεται: βρίσκεται στην εξουσία κάποιου, εξαρτάται από αυτόν: Η απόφαση ~ στη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων. Η τελική επιλογή ~ στον αγοραστή. Πβ. εναπόκειται, επαφίεται., αφήνομαι: παραδίνομαι, χαλαρώνω, δεν αντιστέκομαι σε κάτι: ~ στην απελπισία/στις σκέψεις. Βλ. ενδίδω.|| ~ στο έλεος του Θεού/στα χέρια του γιατρού. Κλείσε τα μάτια και ~ήσου/(σπανιότ.) ~έσου στον ρυθμό της μουσικής. ● ΦΡ.: άσε (προφ.-επιτατ.): ως εισαγωγικός δείκτης για κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό: ~, τράκαρα με το αυτοκίνητο! ~ τι έπαθα χθες ..., άσε που (προφ.): επιπλέον, επίσης, επιπρόσθετα: Δεν έχω λεφτά για διακοπές, ~ ~ δεν έχω και χρόνο. Πβ. μεταξύ των άλλων. ΣΥΝ. μεταξύ (των) άλλων, άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα (οικ.): μην το συζητάς, η κατάσταση είναι απογοητευτική: ~ ~, τα 'χω φορτώσει στον κόκορα. Το πρόγραμμα ήταν ~ ~ (= χάλια). Όσο για τη δουλειά, άσε καλύτερα ... Πβ. μην τα ρωτάς. ΣΥΝ. βράσε ρύζι/όρυζα, άστα αυτά & άστ'/ασ’ τ’ αυτά (προφ.): προτρεπτικά σε κάποιον, για να σταματήσει να λέει άσχετα πράγματα ή να κάνει κάτι: ~ ~ τώρα και βοήθησέ με να ..., άστα βράστα & ασ' τα βράσ' τα (οικ.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, απογοήτευση σχετικά με μια κατάσταση., αφήνω (κάτι) στην τύχη (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δεν ασχολούμαι με ή δεν επεμβαίνω σε κάτι. [< αγγλ. leave to chance] , αφήνω γεια 1. (οικ.-λογοτ.) αποχαιρετώ, εγκαταλείπω ή (σπάν.) πεθαίνω. 2. (αργκό) χαλάω: Ο υπολογιστής μάς άφησε ~, αφήνω κάποιον στη δυστυχία του: τον εγκαταλείπω χωρίς φροντίδα ή βοήθεια, δείχνω πλήρη αδιαφορία., αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά: δεν τα κόβω για να μεγαλώσουν., αφήνω στο σκοτάδι (μτφ.): κρατώ κάποιον σε άγνοια σχετικά με κάτι. [< αγγλ. leave someone in the dark] , αφήνω στον τόπο: προκαλώ ακαριαίο θάνατο. Πβ. θανατώνω, σκοτώνω., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) {συνηθέστ. στον αόρ.} & (σπανιότ.) τη στάμπα μου (μτφ.): επιδρώ σε μεγάλο βαθμό: ~ησε ~ του στην πολιτική/στον πολιτισμό., αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο: δεν τον περιορίζω, κατ' επέκτ. χαλαρώνω: Άσε τον εαυτό σου ~ κι απόλαυσέ το!, άφησε την τελευταία του πνοή: πέθανε., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί & (σπανιότ.) κλαδί: καταδιώκω κάποιον παντού, δεν τον αφήνω ήσυχο., θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι δεν πρόκειται να παρατήσουμε κάτι σημαντικό, για να ασχοληθούμε με κάτι ασήμαντο., μας άφησε χρόνους 1. πέθανε. 2. (χιουμορ.) χάλασε: Μάλλον θα μας ~ήσει ~ η μηχανή/η συσκευή!, την αφήνω {συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): κλάνω. ΣΥΝ. την αμολάω (2), (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι βλ. μελάνι, άσε τα σάπια! βλ. σάπιος, άστον/άσ' τον να λέει βλ. λέω, αφήνει την εντύπωση βλ. εντύπωση, αφήνω (κάποιον) στον άσο βλ. άσος, αφήνω (κάποιον)/δίνω (σε κάποιον) να καταλάβει βλ. καταλαβαίνω, αφήνω (κάποιον/κάτι) σύξυλο/μένω σύξυλος βλ. σύξυλος, αφήνω (το) πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, αφήνω κάποιον άφωνο βλ. άφωνος, αφήνω κάποιον μπουκάλα βλ. μπουκάλα, αφήνω κάποιον στο ακουστικό του βλ. ακουστικό, αφήνω κάποιον στο πόδι μου βλ. πόδι, αφήνω κάποιον/κάτι πίσω (μου) βλ. πίσω, αφήνω λάσκα βλ. λάσκος, αφήνω τα θρανία βλ. θρανίο, αφήνω τα κόκαλά μου κάπου βλ. κόκαλο, αφήνω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει βλ. καρδιά, αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι βλ. πόρτα, αφήνω χώρο βλ. χώρος, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος βλ. μέρος, αφήνω/δίνω σε κάποιον την πρωτοβουλία βλ. πρωτοβουλία, αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη, αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του βλ. ήσυχος, αφήνω/παρατάω στη μέση βλ. μέση, αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού βλ. λουτρό, αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, άφησε/θα αφήσει εποχή βλ. εποχή, βάζω (ή αφήνω/εξωθώ/θέτω) κάποιον/μπαίνω στο περιθώριο βλ. περιθώριο, δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω βλ. πέφτω, δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου βλ. μάτι, δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ... βλ. ευκαιρία, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα βλ. πέτρα, δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο) βλ. κολυμπηθρόξυλο, δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο βλ. τίποτα, δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω βλ. δρόμος, μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) βλ. τέχνη, μένω άγαλμα βλ. άγαλμα, μένω/αφήνω κόκαλο βλ. κόκαλο, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τον άφησε σέκο βλ. σέκος [< μεσν. αφήνω < αρχ. ἀφίημι, γαλλ. laisser, αγγλ. leave – παλαιότ. ορθογρ. αφίνω]
διαφωτισμός
διαφωτισμόςδι-α-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Δ) φιλοσοφικό και πνευματικό κίνημα στη δυτική Ευρώπη των αρχών του 18ου αι. που χαρακτηρίστηκε από την απόρριψη των παραδοσιακών κοινωνικών, θρησκευτικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών ιδεών, δογμάτων, παραδόσεων και την έμφαση στον ορθολογισμό: ευρωπαϊκός/νεοελληνικός ~. 2. (σπάν.) πνευματική διαφώτιση: ηλεκτρονικός ~. [< μεσν. διαφωτισμός, γερμ. Aufklärung, γαλλ. lumières]
διαφωτιστής
διαφωτιστήςδι-α-φω-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. εκπρόσωπος του Διαφωτισμού. 2. {σπάν. θηλ. διαφωτίστρια} υπεύθυνος για τη μύηση στις θέσεις κόμματος, κυρ. κομμουνιστικού. Πβ. ινστρούχτορας, καθοδηγητής. [< γερμ. Aufklärer]
διαφωτιστικός
διαφωτιστικός, ή, ό δι-α-φω-τι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που ενημερώνει και κατατοπίζει· ειδικότ. που κάνει κοινωνική ή πολιτική διαφώτιση: ~ός: ρόλος. ~ό: βιβλίο/παράδειγμα. ~ές: απαντήσεις. ~ά: σχόλια. Είχαμε μια πολύ ~ή συζήτηση. Πβ. κατατοπιστικός.|| ~ή: εκστρατεία/καμπάνια. [< γαλλ. éclairant]
τρισκόταδο
τρισκόταδοτρι-σκό-τα-δο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.-επιτατ.): πολύ πυκνό σκοτάδι.