Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σκυτάλη σκυ-τά-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. μακρόστενος κύλινδρος που χρησιμοποιείται στη σκυταλοδρομία: Του έπεσε η ~. Οι δρομείς αντάλλαξαν ταχύτατα τη ~. 2. (μτφ.) συνέχιση έργου, αποστολής: Παραχωρώ τη ~ σε κάποιον. Πήρε τη ~ από τον ... Η ~ της ηγεσίας του κόμματος πέρασε στον ... ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή σκυτάλης 1. (μτφ.) διαδοχή, μεταβίβαση θέσης, αξιώματος: ~ ~ στην κορυφή (του βαθμολογικού πίνακα)/στον πάγκο/στην πολιτική σκηνή (της χώρας)/στην προεδρία/στο πρωτάθλημα. Αναμένεται/πραγματοποιείται/προβλέπεται/συντελείται ~ ~. ~ διοικητικής ~. Πβ. αλλαγή φρουράς. 2. ΑΘΛ. παράδοσή της από τον έναν αθλητή στον άλλο κατά τη διάρκεια της σκυταλοδρομίας: επιτυχημένη ~ ~. ● ΦΡ.: παραδίδω τη σκυτάλη βλ. παραδίδω [< αρχ. σκυτάλη]

παραδίδω

παραδίδωπα-ρα-δί-δω ρ. (μτβ.) {παρέδω-σα, παραδώ-σει, παραδό-θηκα (λόγ. παρεδό-θη, -θησαν, μτχ. παραδο-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, παραδίδ-οντας, -ων, παραδο-μένος (λόγ.) παραδεδομένος} & (προφ.) παραδίνω 1. (επίσ.) δίνω: (στα χέρια κάποιου:) Του ~σε απόρρητα έγγραφα. Του ~σαν το βραβείο/τα κλειδιά του νέου του αυτοκίνητου. ~θηκε φορτίο ανθρωπιστικής βοήθειας.|| (σε παραγγελιοδότη:) Τα προϊόντα μας ~ονται συσκευασμένα. Τα καινούργια μηχανήματα δεν έχουν ~θεί ακόμα. Πβ. αποστέλλω.|| (σε δικαιούχο:) Τα έργα ολοκληρώθηκαν και ~θηκαν εγκαίρως/χωρίς καθυστέρηση. Ο νέος δρόμος αναμένεται να ~θεί στις ...|| (σε υποψήφιο:) Συμπληρώνετε την αίτηση και την ~ετε στη γραμματεία.|| ~σε την εργασία του (στον καθηγητή). (Για νεοσύλλεκτο/στρατιώτη που απολύεται:) ~σε την αστυνομική/τη στρατιωτική του ταυτότητα.|| ~θηκε στον Υπουργό το πόρισμα των ελεγκτών. Πβ. καταθέτω, προσκομίζω, υποβάλλω.|| (εμπιστεύομαι:) Του ~σε το δέμα για φύλαξη. (για πρόσ.) Σου την ~, να μου την προσέχεις!|| (σε κινητό· ένδειξη αποστολής μηνύματος:) ~θηκε. ΑΝΤ. παραλαμβάνω (1) 2. διδάσκω: (για καθηγητή:) Δεν πρόλαβε να ~σει (πβ. τελειώσει) όλη την ύλη. 3. μεταβιβάζω, παραχωρώ: ~σε τις αρμοδιότητές του/τον έλεγχο της εταιρείας/την εξουσία/την ηγεσία/τα καθήκοντά του στον ... ~σαν το αυτοκίνητο σε κακή κατάσταση. 4. αφήνω στις μετέπειτα γενιές, κληροδοτώ: Η κληρονομιά που μας ~σαν οι πρόγονοί μας. Παραδεδομένες αξίες.|| (ως ουσ.) Τα παραδεδομένα (ενν. ήθη, πρότυπα). 5. προσάγω: (για δράστη:) Τον ~σαν στην αστυνομία. Πβ. παραπέμπω. Βλ. εκδίδω. ● Παθ.: παραδίδεται 1. εγκαταλείπεται: Η πόλη ~θηκε στο έλεος/στα χέρια των κατακτητών. Περιοχή ~μένη στη βία. Σπίτια ~μένα στις φλόγες. Κτίρια ~μένα (= αφημένα) στην τύχη τους (: παραμελημένα). 2. αναφέρεται, θρυλείται, μαρτυρείται: Όπως (μας) ~ από τις αρχαίες πηγές, ..., παραδίδομαι 1. (μτφ.) δεν αντιστέκομαι σε κάτι· ενδίδω, υποκύπτω: ~θηκε στη γοητεία του. Παραδοθείτε στην απόλαυση ενός χαλαρωτικού μασάζ. ~μένος στη μαγεία/στον ρυθμό της μουσικής. ~μένη στον έρωτα.|| ~μένος στη μοίρα του/στα πάθη του (βλ. δούλος, έρμαιο)/σε σκέψεις. ΣΥΝ. αφήνομαι 2. παραδέχομαι την ήττα ή την ενοχή μου και υποτάσσομαι ή θέτω, αντίστοιχα, τον εαυτό μου στη διάθεση των Αρχών: ~θηκαν αμαχητί στους εχθρούς/άνευ όρων.|| (για δράστη:) ~θηκε από μόνος του (στην Αστυνομία). (από αστυνομικούς:) Παραδώσου! ● ΦΡ.: παραδίδω τη σκυτάλη (μτφ.): παραχωρώ αξίωμα ή εξουσία σε πρόσωπο που με διαδέχεται: ~σε ~ στη νέα κυβέρνηση/της τεχνικής ηγεσίας της ομάδας., αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα βλ. Μορφέας, δίνω/παραδίδω μαθήματα βλ. μάθημα, καταθέτω/παραδίδω τα όπλα βλ. καταθέτω, παρέδωσε το πνεύμα βλ. πνεύμα, τι ψυχή θα παραδώσεις; βλ. ψυχή [< μτγν. παραδίδω, μεσν. παραδίνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.