σκόρδο σκόρ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό με επίπεδα, λεία φύλλα και αποξηραμένο βολβό (επιστ. ονομασ. Allium sativum), ο οποίος αποτελείται από μικρές σκελίδες, έχει καυστική γεύση και έντονη μυρωδιά: άγριο/φρέσκο/χλωρό/ψιλοκομμένο ~. Κόβω/σοτάρω το ~. Ένα κεφάλι ~. Πολτός ~ου. Η ανάσα του μυρίζει ~. Βλ. λαχανικά. ● Υποκ.: σκορδάκι (το):1. μικρό σκόρδο. 2. παιδικό πυροτέχνημα. ● ΦΡ.: σκόρδο ο ένας, κρεμμύδι ο άλλος (προφ.): για να δηλωθεί έντονη διαφωνία μεταξύ δύο ανθρώπων., φτου σκόρδα/σκόρδο! & σκόρδα στα μάτια σου (προφ.): ως έκφραση για αποτροπή του ματιάσματος: ~ ~, να μην τη ματιάσω. [< μτγν. σκόρδον, μεσν. σκόρδο < αρχ. σκόροδον]
σκορδοκαΐλα σκορ-δο-κα-ΐ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): παντελής αδιαφορία: Μια ~ είχαν, να μάθουν πώς ... Άλλη ~ δεν είχα! Πβ. σκασίλα. ● ΦΡ.: σκορδοκαῒλα μου! (προφ.): ως έκφραση περιφρόνησης και αδιαφορίας: Αν θες με πιστεύεις, αν δεν θες ... ~ ~. ~ ~ μεγάλη αν κερδίσει ή χάσει. Πβ. δεν μου καίγεται καρφί, σκοτίστηκα.
σκορδοκρέμμυδο σκορ-δο-κρέμ-μυ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κρεμμύδι με δέσμη από μικρούς, σχεδόν στρογγυλούς βολβούς, που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) Σοτάρουμε/τσιγαρίζουμε τα ~α. ΣΥΝ. ασκαλώνιο, εσαλότ [< πβ. μεσν. σκορδοκρόμμυδα ‘σκόρδα και κρεμμύδια’]
σκορδόπιστος, σκορδόπιστη σκορ-δό-πι-στος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): εραστής, ερωμένη που κάνει απιστίες.
σκορδοστούπι σκορ-δο-στού-πι ουσ. (ουδ.) & σκορδοστούμπι ΜΑΓΕΙΡ. 1. σκόρδο λιωμένο σε ξίδι: μελιτζάνες ~.2. φαγητό από ψητό κρέας και σκόρδα.
σκορδόψωμο σκορ-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί που περιέχει λιωμένες σκελίδες σκόρδου και σερβίρεται ως ορεκτικό: ~ με τυρί. Ζυμαρικά που συνοδεύονται από ~.
λαχανικά
λαχανικάλα-χα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λαχανικό}: τμήματα ποωδών φυτών που μπορούν να καταναλωθούν ως τροφή, δηλ. ανώριμα άνθη, βολβοί, καρποί, κόνδυλοι, μίσχοι, οφθαλμοί, ρίζες, σπόροι, στελέχη ή φύλλα· συνεκδ. τα αντίστοιχα, συνήθ. αγγειόσπερμα, φυτά: βιολογικά/εδώδιμα/νωπά/πράσινα/φρέσκα ~ (πβ. κηπευτικά). Φρούτα και ~ (= οπωρο~). ~, όσπρια και δημητριακά. Τα ~ είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά/βιταμίνες/θρεπτικά συστατικά/μέταλλα και ιχνοστοιχεία. Πβ. λάχανα. Βλ. μεσογειακή διατροφή, υγιεινή διατροφή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Ανάμεικτα/βραστά/μαγειρεμένα/ψητά/ωμά ~. ~ στον ατμό. Σαλάτα με ~ εποχής/εποχιακά ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Κατεψυγμένα/κονσερβοποιημένα ~. Ζωμός/κύβοι ~ών.|| (ΒΟΤ.) Βολβώδη (: κρεμμύδι, σκόρδο)/καρποφόρα (: αγγούρι, αρακάς, καλαμπόκι, κολοκύθα, κουκιά, μελιτζάνα, μπάμια, ντομάτα, πιπεριά, φασόλια)/κονδυλώδη (: πατάτα)/ριζωματώδη (: καρότο, παντζάρι, ραπάνι)/φρουτώδη/φυλλώδη (: άνηθος, λάχανο, μαϊντανός, μαρούλι, ραδίκια, σέσκουλο, σπανάκι, σέλινο) ~. Πβ. λαχανοκομικά. Βλ. αγκινάρα, μπρόκολο, κουνουπίδι, σπαράγγι. [< μτγν. λαχανικός, γαλλ. légumes]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.