Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 7 εγγραφές  [0-7]


  • σκόρδο σκόρ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό με επίπεδα, λεία φύλλα και αποξηραμένο βολβό (επιστ. ονομασ. Allium sativum), ο οποίος αποτελείται από μικρές σκελίδες, έχει καυστική γεύση και έντονη μυρωδιά: άγριο/φρέσκο/χλωρό/ψιλοκομμένο ~. Κόβω/σοτάρω το ~. Ένα κεφάλι ~. Πολτός ~ου. Η ανάσα του μυρίζει ~. Βλ. λαχανικά. ● Υποκ.: σκορδάκι (το): 1. μικρό σκόρδο. 2. παιδικό πυροτέχνημα. ● ΦΡ.: σκόρδο ο ένας, κρεμμύδι ο άλλος (προφ.): για να δηλωθεί έντονη διαφωνία μεταξύ δύο ανθρώπων., φτου σκόρδα/σκόρδο! & σκόρδα στα μάτια σου (προφ.): ως έκφραση για αποτροπή του ματιάσματος: ~ ~, να μην τη ματιάσω. [< μτγν. σκόρδον, μεσν. σκόρδο < αρχ. σκόροδον]
  • σκορδοκαΐλα σκορ-δο-κα-ΐ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): παντελής αδιαφορία: Μια ~ είχαν, να μάθουν πώς ... Άλλη ~ δεν είχα! Πβ. σκασίλα. ● ΦΡ.: σκορδοκαῒλα μου! (προφ.): ως έκφραση περιφρόνησης και αδιαφορίας: Αν θες με πιστεύεις, αν δεν θες ... ~ ~. ~ ~ μεγάλη αν κερδίσει ή χάσει. Πβ. δεν μου καίγεται καρφί, σκοτίστηκα.
  • σκορδοκρέμμυδο σκορ-δο-κρέμ-μυ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κρεμμύδι με δέσμη από μικρούς, σχεδόν στρογγυλούς βολβούς, που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) Σοτάρουμε/τσιγαρίζουμε τα ~α. ΣΥΝ. ασκαλώνιο, εσαλότ [< πβ. μεσν. σκορδοκρόμμυδα ‘σκόρδα και κρεμμύδια’]
  • σκορδόπιστος, σκορδόπιστη σκορ-δό-πι-στος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): εραστής, ερωμένη που κάνει απιστίες.
  • σκορδόπρασο σκορ-δό-πρα-σο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σχοινόπρασο. ΣΥΝ. τσάιβ
  • σκορδοστούπι σκορ-δο-στού-πι ουσ. (ουδ.) & σκορδοστούμπι ΜΑΓΕΙΡ. 1. σκόρδο λιωμένο σε ξίδι: μελιτζάνες ~. 2. φαγητό από ψητό κρέας και σκόρδα.
  • σκορδόψωμο σκορ-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί που περιέχει λιωμένες σκελίδες σκόρδου και σερβίρεται ως ορεκτικό: ~ με τυρί. Ζυμαρικά που συνοδεύονται από ~.

λαχανικά

λαχανικάλα-χα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λαχανικό}: τμήματα ποωδών φυτών που μπορούν να καταναλωθούν ως τροφή, δηλ. ανώριμα άνθη, βολβοί, καρποί, κόνδυλοι, μίσχοι, οφθαλμοί, ρίζες, σπόροι, στελέχη ή φύλλα· συνεκδ. τα αντίστοιχα, συνήθ. αγγειόσπερμα, φυτά: βιολογικά/εδώδιμα/νωπά/πράσινα/φρέσκα ~ (πβ. κηπευτικά). Φρούτα και ~ (= οπωρο~). ~, όσπρια και δημητριακά. Τα ~ είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά/βιταμίνες/θρεπτικά συστατικά/μέταλλα και ιχνοστοιχεία. Πβ. λάχανα. Βλ. μεσογειακή διατροφή, υγιεινή διατροφή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Ανάμεικτα/βραστά/μαγειρεμένα/ψητά/ωμά ~. ~ στον ατμό. Σαλάτα με ~ εποχής/εποχιακά ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Κατεψυγμένα/κονσερβοποιημένα ~. Ζωμός/κύβοι ~ών.|| (ΒΟΤ.) Βολβώδη (: κρεμμύδι, σκόρδο)/καρποφόρα (: αγγούρι, αρακάς, καλαμπόκι, κολοκύθα, κουκιά, μελιτζάνα, μπάμια, ντομάτα, πιπεριά, φασόλια)/κονδυλώδη (: πατάτα)/ριζωματώδη (: καρότο, παντζάρι, ραπάνι)/φρουτώδη/φυλλώδη (: άνηθος, λάχανο, μαϊντανός, μαρούλι, ραδίκια, σέσκουλο, σπανάκι, σέλινο) ~. Πβ. λαχανοκομικά. Βλ. αγκινάρα, μπρόκολο, κουνουπίδι, σπαράγγι. [< μτγν. λαχανικός, γαλλ. légumes]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.