άρχοντας[ἄρχοντας] άρ-χο-ντας ουσ. (αρσ.) {αρχόντων} & (λόγ., σημ. 1 & 2) άρχων {άρχοντος} 1. ανώτατος αξιωματούχος: Ανώτατος ~ (: Πρόεδρος (της Δημοκρατίας), βασιλιάς). Αιρετός/δημοτικός (= δήμαρχος ή/και παλαιότ. κοινοτάρχης) ~. Οι τοπικοί ~ες (= οι τοπικές Αρχές). Οι ~ες του κόσμου (: οι ηγέτες των ισχυρών κρατών).|| (ΙΣΤ.) Απόλυτος ~ (: δεσπότης, δικτάτορας, μονάρχης). Βλ. απολυταρχία.|| (ΙΣΤ., στην αρχαία Αθήνα) Θρησκευτικός άρχων. Άρχων βασιλεύς.|| (ΕΚΚΛΗΣ., οφικιάλιος του Πατριαρχείου).2. (μτφ.) κυρίαρχος: ~ της πίστας/του Σύμπαντος. Πβ. βασιλιάς.|| (οικ.) Γεια σου, ρε ~α!3. (μτφ.) αρχοντάνθρωπος: Πραγματικός ~!4. ΙΣΤ. (παρωχ.) ευγενής, αριστοκράτης: ένδοξος/ξεπεσμένος/πλούσιος ~. Πβ. γαλαζοαίματος, ευπατρίδης. Βλ. προύχοντας.|| (μτφ.) Ζει σαν ~ (= σαν πασάς, πλουσιοπάροχα). ● ΣΥΜΠΛ.: άρχοντας του σκότους & (σπάν.) της κόλασης: διάβολος. ● ΦΡ.: άρχοντες και αρχόμενοι: εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι. Βλ. κρατούντες. ● βλ. αρχόντισσα [< μεσν. άρχοντας]
σκοτάδι
σκοτάδισκο-τά-δι ουσ. (ουδ.) 1. απουσία φωτός που εμποδίζει την όραση, καθιστώντας αθέατα ή δυσδιάκριτα, πρόσωπα και πράγματα: αδιαπέραστο/απέραντο/βαθύ/πηχτό/πυκνό ~. Απλώθηκε/έπεσε ~. Η πόλη βυθιζόταν στο ~. Δεν φοβάται το ~. (επιτατ.) Πίσσα ~. Έξω ήταν ακόμη ~ (= νύχτα, σκοτεινιά). Πβ. σκότος. Βλ. τρισκόταδο.2. (μτφ.) άγνοια, αμάθεια ή αβεβαιότητα· κατ' επέκτ. ζοφερή κατάσταση ή αρνητική διάθεση: πνευματικό (πβ. σκοτασμός)/πολιτικό ~. Το ~ της πλάνης/των προκαταλήψεων. Βρίσκονται/είναι/ζουν/(παρα)μένουν στο ~. Μη μας κρατάτε στο ~. Το παρελθόν της καλύπτεται από ~ (πβ. ασάφεια, μυστήριο).|| Αχτίδα φωτός στο ~ της απαισιοδοξίας. Διέλυσε το ~ του φόβου. ΣΥΝ. μαυρίλα. Πβ. έρεβος, ζόφος. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο σκοτάδι & (λόγ.) αιώνιο σκότος (μτφ.-λογοτ.): θάνατος: Τους βρήκε το ~ ~. Βλ. αιώνιος ύπνος., μαύρα σκοτάδια1. (επιτατ.) απόλυτο σκοτάδι: Βρήκε την έξοδο μέσα στα ~ ~.2. (μτφ.) πλήρης άγνοια ή απελιπισία: Έχει ~ ~ από ... (= μαύρα μεσάνυχτα). Τους κρατούν σε ~ ~. ● ΦΡ.: βγάζω από τα σκοτάδια (μτφ.): διαφωτίζω: Η γνώση είναι το φως που ~ει ~ της αμάθειας., τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι & (σπάν.) χώμα (μτφ.) 1. πέθανε ή δολοφονήθηκε. 2. (για κάποιον ή κάτι) χάθηκε, εξαφανίστηκε ή καταστράφηκε: ~ ~ και η ανυποληψία (: έπεσε στην αφάνεια). Την υπόθεση την ~ ~ (: δεν βγήκε ποτέ στο φως). ΣΥΝ. τον/το τρώει η μαρμάγκα, αφήνω στο σκοτάδι βλ. αφήνω [< μτγν. σκοτάδι(ν) < αρχ. σκότος]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.