Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σμίκρυνση σμί-κρυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. τεχνική αναπαραγωγή πρωτοτύπου (κειμένου, σχεδίου, φωτογραφίας) σε μικρότερες διαστάσεις· συνεκδ. το παραγόμενο αποτέλεσμα: αυτόματη ~. ~ εγγράφου/εικόνας/σελίδας/χάρτη. ~ 1:2/κατά 50 % (βλ. κλίμακα). Αντίγραφο σε ~.|| (προφ.) ~ύνσεις πιασμένες με συρραπτικό. ΑΝΤ. μεγέθυνση 2. (επίσ.) μείωση των διαστάσεων, του μεγέθους, της διάρκειας: (ΙΑΤΡ.) ~ μαστού/στομάχου. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ παραθύρου (βλ. ελαχιστοποίηση).|| ~ της διαφοράς μεταξύ των δύο κομμάτων. [< γαλλ. raccourcissement, raccourci]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.