σμηνοσεισμοί σμη-νο-σει-σμοί ουσ. (αρσ.) (οι): ΓΕΩΦ. αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις παρόμοιου μεγέθους, από τις οποίες καμία δεν ξεχωρίζει ως ο κύριος σεισμός. Βλ. μετα-, προ-σεισμός, σεισμική ακολουθία. [< αγγλ. (earthquake) swarm, 1958]
μετα- & μετ-/μεθ- & μετά-/μέτ-/μέθ-
μετα- & μετ-/μεθ- & μετά-/μέτ-/μέθ-α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει 1. μετακίνηση σε άλλο σημείο: μετα-βαίνω/~κομίζω/~φέρω. Μετ-εγκατάσταση.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Μετα-δημότευση. Μετά-ταξη.|| (ΙΑΤΡ.) Μετά-σταση.2. (μτφ.) μεταβολή κατάστασης: μετα-σχηματισμός/~τροπή. Μετά-πτωση. Μετ-αλλαγή/~εξέλιξη.3. χρονική ακολουθία: μετα-μεσονύκτιος.|| Mετα-πτυχιακό(ς). Μετ-εκλογικός. Μετ-εκπαίδευση.|| Μετα-χρονολόγηση. Μετα-βιομηχανικός/~κλασικός/~πολεμικός. ΑΝΤ. προ-.|| (ΦΙΛΟΣ.) Μετα-φυσική.|| (μτφ.) Μετα-νιώνω.4. επανάληψη ενέργειας: μετα-πουλώ (πβ. ξανα-). Μετ-επιβίβαση.|| Mετ-εξεταστέος.5. το ανάμεσα, το μεταξύ: μετ-αίχμιο. Μεθ-όριος.|| (ΑΝΑΤ.) Μετα-κάρπιο (βλ. μεσο-). (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μετα-κιόνιο.6. συμμετοχή: μετ-έχω.7. ΓΛΩΣΣ. συνήθ. λεξικό στοιχείο που παράγεται από μέρος του λόγου: μετα-ρηματικός. Μετ-ονοματικός.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.