Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • σολομός σο-λο-μός ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) σολωμός: ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο ανάδρομο ψάρι (επιστ. ονομασ. Salmo salar), το οποίο έχει χαρακτηριστικές μαύρες βούλες και αλιεύεται ή εκτρέφεται για το εκλεκτό και εύγευστο κρέας του: αβγά ~ού. Βλ. πέστροφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ καπνιστός/μαριναρισμένος/φιλέτο. Άγριος ~ στη σχάρα/στο γκριλ. Χαβιάρι ~ού (= μπρικ). [< μεσν. *σολομός < λατ. salmo]

πέστροφα

πέστροφαπέ-στρο-φα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι κυρ. του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Salmo trutta) με λεπτό σώμα και αιχμηρά δόντια: ~ ιχθυοτροφείου. Βλ. σολομός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Καπνιστή/ψητή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ιριδίζουσα πέστροφα: είδος πέστροφας (επιστ. ονομασ. Oncorhynchus mykiss) που έχει χαρακτηριστική κοκκινωπή ιριδίζουσα γραμμή κατά μήκος και των δύο πλευρών της. [< μεσν. πέστροφα < βουλγ. pŭstŭrva]