Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σορβικός , ή, ό σορ-βι-κός επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σορβικό κάλιο: λευκή ουσία (σύμβ. C6H7KO2) διαλυτή στο νερό, που χρησιμοποιείται ως συντηρητικό (Ε 202) σε τρόφιμα και ποτά. [< αγγλ. potassium sorbate, 1960] , σορβικό οξύ: φυσικό οργανικό οξύ (σύμβ. C6H8O2) που παράγεται από τους καρπούς της σορβιάς και χρησιμοποιείται κυρ. ως συντηρητικό τροφίμων (Ε 200). Βλ. λιπαρά οξέα. [< αγγλ. sorbic acid]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.