σπανάκι σπα-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Spinacia oleracea) με εδώδιμα πλατιά, παχιά και βαθυπράσινα φύλλα, το οποίο τρώγεται ωμό ως σαλάτα ή συνήθ. μαγειρεμένο και είναι πλούσιο σε σίδηρο και βιταμίνες Α, C, Ε και Κ: βρασμένο/πουρές/σοταρισμένο/σουφλέ ~. Κατεψυγμένο/κονσερβοποιημένο/φρέσκο ~. Γίγαντες/ομελέτα/σουπιές με ~. Βλ. λαχανικά. [< μεσν. σπανάκι(ν) < μεσν. λατ. spinachium <αραβ. isfānākh]
λαχανικά
λαχανικάλα-χα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λαχανικό}: τμήματα ποωδών φυτών που μπορούν να καταναλωθούν ως τροφή, δηλ. ανώριμα άνθη, βολβοί, καρποί, κόνδυλοι, μίσχοι, οφθαλμοί, ρίζες, σπόροι, στελέχη ή φύλλα· συνεκδ. τα αντίστοιχα, συνήθ. αγγειόσπερμα, φυτά: βιολογικά/εδώδιμα/νωπά/πράσινα/φρέσκα ~ (πβ. κηπευτικά). Φρούτα και ~ (= οπωρο~). ~, όσπρια και δημητριακά. Τα ~ είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά/βιταμίνες/θρεπτικά συστατικά/μέταλλα και ιχνοστοιχεία. Πβ. λάχανα. Βλ. μεσογειακή διατροφή, υγιεινή διατροφή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Ανάμεικτα/βραστά/μαγειρεμένα/ψητά/ωμά ~. ~ στον ατμό. Σαλάτα με ~ εποχής/εποχιακά ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Κατεψυγμένα/κονσερβοποιημένα ~. Ζωμός/κύβοι ~ών.|| (ΒΟΤ.) Βολβώδη (: κρεμμύδι, σκόρδο)/καρποφόρα (: αγγούρι, αρακάς, καλαμπόκι, κολοκύθα, κουκιά, μελιτζάνα, μπάμια, ντομάτα, πιπεριά, φασόλια)/κονδυλώδη (: πατάτα)/ριζωματώδη (: καρότο, παντζάρι, ραπάνι)/φρουτώδη/φυλλώδη (: άνηθος, λάχανο, μαϊντανός, μαρούλι, ραδίκια, σέσκουλο, σπανάκι, σέλινο) ~. Πβ. λαχανοκομικά. Βλ. αγκινάρα, μπρόκολο, κουνουπίδι, σπαράγγι. [< μτγν. λαχανικός, γαλλ. légumes]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.