Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σπανάκι σπα-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Spinacia oleracea) με εδώδιμα πλατιά, παχιά και βαθυπράσινα φύλλα, το οποίο τρώγεται ωμό ως σαλάτα ή συνήθ. μαγειρεμένο και είναι πλούσιο σε σίδηρο και βιταμίνες Α, C, Ε και Κ: βρασμένο/πουρές/σοταρισμένο/σουφλέ ~. Κατεψυγμένο/κονσερβοποιημένο/φρέσκο ~. Γίγαντες/ομελέτα/σουπιές με ~. Βλ. λαχανικά. [< μεσν. σπανάκι(ν) < μεσν. λατ. spinachium < αραβ. isfānākh]

λαχανικά

λαχανικάλα-χα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λαχανικό}: τμήματα ποωδών φυτών που μπορούν να καταναλωθούν ως τροφή, δηλ. ανώριμα άνθη, βολβοί, καρποί, κόνδυλοι, μίσχοι, οφθαλμοί, ρίζες, σπόροι, στελέχη ή φύλλα· συνεκδ. τα αντίστοιχα, συνήθ. αγγειόσπερμα, φυτά: βιολογικά/εδώδιμα/νωπά/πράσινα/φρέσκα ~ (πβ. κηπευτικά). Φρούτα και ~ (= οπωρο~). ~, όσπρια και δημητριακά. Τα ~ είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά/βιταμίνες/θρεπτικά συστατικά/μέταλλα και ιχνοστοιχεία. Πβ. λάχανα. Βλ. μεσογειακή διατροφή, υγιεινή διατροφή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Ανάμεικτα/βραστά/μαγειρεμένα/ψητά/ωμά ~. ~ στον ατμό. Σαλάτα με ~ εποχής/εποχιακά ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Κατεψυγμένα/κονσερβοποιημένα ~. Ζωμός/κύβοι ~ών.|| (ΒΟΤ.) Βολβώδη (: κρεμμύδι, σκόρδο)/καρποφόρα (: αγγούρι, αρακάς, καλαμπόκι, κολοκύθα, κουκιά, μελιτζάνα, μπάμια, ντομάτα, πιπεριά, φασόλια)/κονδυλώδη (: πατάτα)/ριζωματώδη (: καρότο, παντζάρι, ραπάνι)/φρουτώδη/φυλλώδη (: άνηθος, λάχανο, μαϊντανός, μαρούλι, ραδίκια, σέσκουλο, σπανάκι, σέλινο) ~. Πβ. λαχανοκομικά. Βλ. αγκινάρα, μπρόκολο, κουνουπίδι, σπαράγγι. [< μτγν. λαχανικός, γαλλ. légumes]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.