Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σπρώχνω σπρώ-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσπρω-χνα, -ξα, σπρώ-χτηκα, -γμένος, σπρώχν-οντας} 1. ασκώ δύναμη σε κάποιον ή κάτι, ώστε να το(ν) μετακινήσω, ωθώ: ~ει ο ένας τον άλλον. ~ την μπάλα στα δίχτυα/το χαρτί κάτω απ' την πόρτα. ~ κάτι στην άκρη/με όλη μου τη δύναμη/προς τα πάνω. Μη με ~εις, θα πέσω! Μη ~ετε, παρακαλώ! Εγώ την αγκαλιάζω κι αυτή με ~ει (ΣΥΝ. απωθώ). Πήγαινε, ~οντας ένα καρότσι. ~ξε την καρέκλα του κοντά της. Ο άνεμος/το κύμα με ~χνε προς την ξηρά.|| Μη ~εστε! Ποδοπατιούνταν και ~ονταν, για να δουν το ίνδαλμά τους (: διαγκωνίζονταν, συνωστίζονταν). Βρέθηκε στη μέση του δρόμου ~γμένος από το πλήθος. ΑΝΤ. έλκω (1) 2. (μτφ.-κυρ. αρνητ. συνυποδ.) παρασύρω, εξωθώ: ~ κάποιον στην αμαρτία/στον βούρκο της ακολασίας/στον γκρεμό/στον θάνατο/στο κακό/στην καταστροφή/στα ναρκωτικά/σε περιπέτειες. Ποιο ήταν το κίνητρο που τον ~ξε (= τον οδήγησε) στον φόνο; Πολιτική που ~ει τους εργαζόμενους στην ανεργία. Οι κοινωνικά αδύναμοι ~ονται στο περιθώριο. Κάτι μ' ~ξε (= υποκίνησε) να απαντήσω. ~γμένος από μια ακατανίκητη δύναμη/μια εσωτερική ανάγκη/περιέργεια/τυφλό μίσος/τύψεις. ΑΝΤ. αποτρέπω (1) 3. (μτφ.-προφ.) προωθώ δυναμικά κάποιον ή κάτι: ~ξε τον προστατευόμενό του στη θέση του διευθυντή. Τον ~ουν να δράσει. Πρέπει να ~ξουμε λίγο την υπόθεση. Μη ~εις τα πράγματα, μόνα τους θα πάρουν τον δρόμο τους. Αναζητούν στρατηγικές, για να ~ξουν το προϊόν στην αγορά. Τι είναι αυτό που θα ~ξει την ομάδα πιο ψηλά/στην κορυφή (πβ. ανεβάζω); ● ΦΡ.: σπρώχνω στα άκρα (μτφ.): οδηγώ κάποιον σε ακραίες αντιδράσεις και ενέργειες· κατευθύνω κάτι σε οριακό σημείο: Αν τον ταπεινώσεις, θα τον ~ξεις ~. Με την αδιαλλαξία του ~ει ~ την αντιπαράθεση/πολιτική κρίση., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί βλ. χαλί [< μεσν. σπρώχνω]

χαλί

χαλίχα-λί ουσ. (ουδ.) {χαλ-ιού | -ιών}: κάλυμμα δαπέδου από φυσικές ή συνθετικές ίνες: λεπτό/παχύ/χοντρό (βλ. φλοκάτη) ~. Μακρόστενο (= διάδρομος)/μικρό (= ταπέτο, χαλάκι) ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά/μάλλινα (βλ. καρπέτα)/μεταξωτά (βλ. μπουχάρα)/μηχανοποίητα/μοντέρνα/παιδικά/περσικά/υφαντά (βλ. κιλίμι)/χειροποίητα ~ιά. ~ με σχέδια. Οι διαστάσεις/οι κόμποι/τα κρόσσια/η ούγια/το πέλος του ~ιού. Στρώσιμο των ~ιών (τον χειμώνα). Καιρός να σηκώσουμε τα ~ιά. Έστειλε τα ~ιά στο καθαριστήριο. Πβ. τάπητας. Βλ. κουρελού, μοκέτα, στρωσίδι.|| Τοίχοι καλυμμένοι με ~ιά. Πβ. ταπισερί.|| Το ιπτάμενο/μαγικό ~ (των παραμυθιών).|| (μτφ.) Μουσικό ~ που συνοδεύει την ταινία (βλ. σάουντρακ, υπόκρουση). Μπροστά τους απλωνόταν ένα πολύχρωμο ~ από λουλούδια. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο χαλί: συνήθ. στην είσοδο κτιρίου, για την υποδοχή επίσημων προσώπων σε εκδήλωση: Ο γνωστός ηθοποιός περπάτησε/πόζαρε στο ~ ~ (: έξω από αίθουσα κινηματογραφικού φεστιβάλ).|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Του έστρωσαν το ~ ~ (: τον υποδέχτηκαν με επισημότητα και τιμές). [< αγγλ. red carpet, 1934] ● ΦΡ.: (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις (μτφ.-προφ.): κάνει πρόθυμα οτιδήποτε του ζητήσουν: Για τους φίλους του, ~ ~., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί (μτφ.): αποσιωπώ, αποκρύπτω κάτι άσχημο ή δυσάρεστο ή το διευθετώ βιαστικά και πρόχειρα: Έβαλαν/έκρυψαν/έσπρωξαν το σκάνδαλο ~ ~ (= το κουκούλωσαν)., στρώνει το χαλί (μτφ.): διαμορφώνει εκ των προτέρων τις συνθήκες, προετοιμάζει το έδαφος: Με τη συνέντευξή του έστρωσε ~ για τις εκλογές., τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου (μτφ.): τον υπονομεύει. [< τουρκ. halı]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.