σπρώχνω σπρώ-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσπρω-χνα, -ξα, σπρώ-χτηκα, -γμένος, σπρώχν-οντας} 1. ασκώ δύναμη σε κάποιον ή κάτι, ώστε να το(ν) μετακινήσω, ωθώ: ~ει ο ένας τον άλλον. ~ την μπάλα στα δίχτυα/το χαρτί κάτω απ' την πόρτα. ~ κάτι στην άκρη/με όλη μου τη δύναμη/προς τα πάνω. Μη με ~εις, θα πέσω! Μη ~ετε, παρακαλώ! Εγώ την αγκαλιάζω κι αυτή με ~ει (ΣΥΝ. απωθώ). Πήγαινε, ~οντας ένα καρότσι. ~ξε την καρέκλα του κοντά της. Ο άνεμος/το κύμα με ~χνε προς την ξηρά.|| Μη ~εστε! Ποδοπατιούνταν και ~ονταν, για να δουν το ίνδαλμά τους (: διαγκωνίζονταν, συνωστίζονταν). Βρέθηκε στη μέση του δρόμου ~γμένος από το πλήθος. ΑΝΤ. έλκω (1) 2. (μτφ.-κυρ. αρνητ. συνυποδ.) παρασύρω, εξωθώ: ~ κάποιον στην αμαρτία/στον βούρκο της ακολασίας/στον γκρεμό/στον θάνατο/στο κακό/στην καταστροφή/στα ναρκωτικά/σε περιπέτειες. Ποιο ήταν το κίνητρο που τον ~ξε (= τον οδήγησε) στον φόνο; Πολιτική που ~ει τους εργαζόμενους στην ανεργία. Οι κοινωνικά αδύναμοι ~ονται στο περιθώριο. Κάτι μ' ~ξε (= υποκίνησε) να απαντήσω. ~γμένος από μια ακατανίκητη δύναμη/μια εσωτερική ανάγκη/περιέργεια/τυφλό μίσος/τύψεις. ΑΝΤ. αποτρέπω (1) 3. (μτφ.-προφ.) προωθώ δυναμικά κάποιον ή κάτι: ~ξε τον προστατευόμενό του στη θέση του διευθυντή. Τον ~ουν να δράσει. Πρέπει να ~ξουμε λίγο την υπόθεση. Μη ~εις τα πράγματα, μόνα τους θα πάρουν τον δρόμο τους. Αναζητούν στρατηγικές, για να ~ξουν το προϊόν στην αγορά. Τι είναι αυτό που θα ~ξει την ομάδα πιο ψηλά/στην κορυφή (πβ. ανεβάζω); ● ΦΡ.: σπρώχνω στα άκρα (μτφ.): οδηγώ κάποιον σε ακραίες αντιδράσεις και ενέργειες· κατευθύνω κάτι σε οριακό σημείο: Αν τον ταπεινώσεις, θα τον ~ξεις ~. Με την αδιαλλαξία του ~ει ~ την αντιπαράθεση/πολιτική κρίση., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί βλ. χαλί [< μεσν. σπρώχνω]
χαλί
χαλίχα-λί ουσ. (ουδ.) {χαλ-ιού | -ιών}: κάλυμμα δαπέδου από φυσικές ή συνθετικές ίνες: λεπτό/παχύ/χοντρό (βλ. φλοκάτη) ~. Μακρόστενο (= διάδρομος)/μικρό (= ταπέτο, χαλάκι) ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά/μάλλινα (βλ. καρπέτα)/μεταξωτά (βλ. μπουχάρα)/μηχανοποίητα/μοντέρνα/παιδικά/περσικά/υφαντά (βλ. κιλίμι)/χειροποίητα ~ιά. ~ με σχέδια. Οι διαστάσεις/οι κόμποι/τα κρόσσια/η ούγια/το πέλος του ~ιού. Στρώσιμο των ~ιών (τον χειμώνα). Καιρός να σηκώσουμε τα ~ιά. Έστειλε τα ~ιά στο καθαριστήριο. Πβ. τάπητας. Βλ. κουρελού, μοκέτα, στρωσίδι.|| Τοίχοι καλυμμένοι με ~ιά. Πβ. ταπισερί.|| Το ιπτάμενο/μαγικό ~ (των παραμυθιών).|| (μτφ.) Μουσικό ~ που συνοδεύει την ταινία (βλ. σάουντρακ, υπόκρουση). Μπροστά τους απλωνόταν ένα πολύχρωμο ~ από λουλούδια. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο χαλί: συνήθ. στην είσοδο κτιρίου, για την υποδοχή επίσημων προσώπων σε εκδήλωση: Ο γνωστός ηθοποιός περπάτησε/πόζαρε στο ~ ~ (: έξω από αίθουσα κινηματογραφικού φεστιβάλ).|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Του έστρωσαν το ~ ~ (: τον υποδέχτηκαν με επισημότητα και τιμές). [< αγγλ. red carpet, 1934] ● ΦΡ.: (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις (μτφ.-προφ.): κάνει πρόθυμα οτιδήποτε του ζητήσουν: Για τους φίλους του, ~ ~., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί (μτφ.): αποσιωπώ, αποκρύπτω κάτι άσχημο ή δυσάρεστο ή το διευθετώ βιαστικά και πρόχειρα: Έβαλαν/έκρυψαν/έσπρωξαν το σκάνδαλο ~ ~ (= το κουκούλωσαν)., στρώνει το χαλί (μτφ.): διαμορφώνει εκ των προτέρων τις συνθήκες, προετοιμάζει το έδαφος: Με τη συνέντευξή του έστρωσε ~ για τις εκλογές., τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου (μτφ.): τον υπονομεύει. [< τουρκ. halı]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.