άγαλμα[ἄγαλμα] ά-γαλ-μα ουσ. (ουδ.) {αγάλμ-ατος | -ατα, -άτων}: τρισδιάστατο γλυπτό ή χυτό έργο τέχνης που αναπαριστά θεϊκή, ανθρώπινη ή ζωική μορφή: ακέφαλο/αρχαίο ελληνικό/ελληνιστικό/κυκλαδικό/λατρευτικό/μαρμάρινο/μπρούντζινο/περίοπτο/πήλινο/ρωμαϊκό/χάλκινο/χρυσελεφάντινο ~. ~ αλόγου/κόρης/μούσας. Το Ά~ της Ελευθερίας. Το ~ κατασκευάστηκε/στήθηκε προς τιμήν του .../φιλοτεχνήθηκε. Αναπαράσταση/αντίγραφο/βάση/κεφαλή ~ατος. ~ατα θεών. Βανδαλισμοί ~άτων. Πβ. ανδριάντας, ξόανο, προτομή.|| Ωραία σαν ~ (: καλλίγραμμη, αρμονική).|| Ζωντανό ~ (: για καλλιτέχνη ή μίμο που στέκεται σαν ~ σε δημόσιο χώρο). ● Υποκ.: αγαλματίδιο (το) (λόγ.): (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ θεότητας/παιδιού. Αναθηματικά ~α. Πβ. αγαλμάτιο, ειδώλιο.|| Απονομή των χρυσών ~ίων Όσκαρ. Πβ. αγαλματάκι. Βλ. -ίδιο., αγαλμάτιο (το) (λόγ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. Λατρευτικά ~α. ● ΦΡ.: θα σου στήσω άγαλμα (μτφ.-προφ.): ως έκφραση ευγνωμοσύνης: Θα σου ~σουμε ~, τόσο που μας έχεις βοηθήσει! (ειρων.) Άμα το βρεις, θα σου ~σω ~ (στην πλατεία)., μένω άγαλμα & αφήνω άγαλμα (μτφ.-προφ.): από την έκπληξη: Μόλις είδα το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, έμεινα ~ (= κάγκελο, κόκαλο, στήλη άλατος).|| Η καρφωτή κεφαλιά άφησε ~ τον τερματοφύλακα., σαν άγαλμα: ακίνητος και αμίλητος: ανέκφραστος/στητός/ψυχρός ~ ~. Κάθομαι/με κοίταζε/στέκομαι ~ ~. [< αρχ. ἄγαλμα, γαλλ. statue]
αυτί[αὐτί] αυ-τί ουσ. (ουδ.) {αυτ-ιού | -ιών} & αφτί 1. ΑΝΑΤ. όργανο της ακοής του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων, ειδικότ. το εξωτερικό τμήμα του: αριστερό/βουλωμένο/δεξί ~. Μεγάλα/μυτερά/πεταχτά ~ιά. Το έξω/έσω (= λαβύρινθος) ~. Τα οστάρια του μέσου ~ιού (βλ. σφύρα, άκμονας, αναβολέας). Η κυψελίδα (= το κερί)/ο λοβός/το τύμπανο (του) ~ιού. Ακουστικά/θερμόμετρο ~ιού. Αιμορραγία/πίεση/πόνος/φλεγμονή στο ~. Βουητό (πβ. βούισμα, εμβοή)/λοιμώξεις/παθήσεις (βλ. βαρηκοΐα, ωτίτιδα)/πλαστική (= ωτοπλαστική)/προστατευτικά (λ.χ. σε καπέλα)/τρύπημα (των) ~ιών. Ξύνει τ' ~ του. Κόλλησε το ~ του στην πόρτα, για να ακούσει ... (: αφουγκράζεται). Δεν ακούει από το ένα ~. Βουίζουν/καθάρισα/κλείνω/κοκκινίζουν/ξεβούλωσα τ' ~ιά μου. Μου μπήκε νερό στ' ~. Του είπε/(μτφ.) σφύριξε/ψιθύρισε κάτι στ' ~. Πιάνω κάποιον από το ~ (πβ. τραβώ το ~ κάποιου). Ο θόρυβος μας έσπασε/τρύπησε τ' ~ιά. Έχει ~ιά γαϊδάρου (: πολύ μεγάλα). Πβ. ους.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Βιονικό/ηλεκτρονικό ~. 2. ακουστική ή μουσική αντίληψη: Έχει γερό/εξασκημένο/καλό/μουσικό ~ και σωστή φωνή. Λόγια που ακούγονται απειλητικά/ευχάριστα στ' ~ιά. Πβ. ακοή. 3. (κατ' επέκτ.) μέρος αντικειμένου που μοιάζει με το εξωτερικό πτερύγιο του οργάνου της ακοής: ντοσιέ με ~ιά (: για άκρα που γυρίζουν προς το εσωτερικό). Τα ~ιά του βιβλίου.|| (ΝΑΥΤ.) Τα ~ιά του πλοίου (= πανιά· πβ. λατίνι). ● Υποκ.: αυτάκι (το): Τα ~ια της γάτας.|| Σκουφί με ~ια.|| (προφ.) Διπλά (")/μονά (') ~ια (= εισαγωγικά). ● Μεγεθ.: αυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αυτί της θάλασσας: ΒΙΟΛ. οστρακοειδές θαλάσσιο μαλάκιο με σχήμα αυτιού (επιστ. ονομασ. Haliotis asinina/tuberculata). Βλ. γαστερόποδα. [< γαλλ. oreille de mer] , πτερύγιο του αυτιού βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: (και) οι τοίχοι έχουν αυτιά: υπάρχει κίνδυνος να μας ακούσουν: Μην κουτσομπολεύεις, γιατί ~ ~. [< πβ. γαλλ. les murs ont des oreilles] , άκουσα με τα ίδια μου τ' αυτιά/με τ' αυτιά μου (εμφατ.): είμαι απόλυτα βέβαιος για όσα άκουσα, ήμουν αυτήκοος μάρτυρας: Το ~ ~, δεν μπορεί κανείς να με διαψεύσει (βλ. είδα με τα ίδια μου τα μάτια)., ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί (μτφ.): είμαι σε εγρήγορση, για να ακούσω, να μάθω: Τεντώνει ~, για ν' ακούσει τι θα πούμε (= στήνει/βάζει αυτί). [< γαλλ. prêter l' oreille] , από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει: για να δηλωθεί ότι κάποιος αδιαφορεί για ό,τι του λένε: Δεν του δίνω καμία σημασία, ό,τι κι αν μου λέει ~ ~. ΣΥΝ. (ο) μπαινάκης (και) (ο) βγαινάκης [< γαλλ. cela lui entre par une oreille et lui sorte de l' autre] , είμαι όλος αυτιά & γεμάτος αυτιά: περιμένω να ακούσω με προσοχή και ενδιαφέρον: Αν έχεις καμιά καλή ιδέα, ~ ~., θα σου/θα στα βγάλω τ' αυτιά!: ως απειλητ. έκφραση για επικείμενη τιμωρία: Άμα σε πιάσω στα χέρια μου, ~ ~! Βλ. τραβάω τ' αυτί., κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου & κάτι έφτασε στ' αυτιά μου (μτφ.): (για ανεξακρίβωτη πληροφορία) έμαθα κάτι, υπέπεσε στην αντίληψή μου: ~ ~, αλλά δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Πήρε ~ ~ ότι χώρισαν., κλείνω τ' αυτιά μου & (σπανιότ.) βουλώνω/σφραγίζω: αποφεύγω, αρνούμαι να ακούσω κάτι που θα με δυσαρεστήσει ή δελεάσει. [< γαλλ. fermer l' oreille à ...] , μέχρι/ως τ' αυτιά: πάρα πολύ, υπερβολικά: Είναι μπλεγμένος/χρεωμένος ~ ~. Κοκκίνισε ~ ~ (: συνήθ. λόγω μεγάλης ντροπής).|| Μπήκε μέσα με ένα χαμόγελο ~ ~. [< αγγλ. up to the ears] , μου έφαγε/μου 'φαγε τ' αυτιά: για κάποιον που επιμένει με ενοχλητικό τρόπο, με έπρηξε: ~ ~ να πάμε εκδρομή. Μας ~ ~ με τη γκρίνια του., μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά: με κουράζει, μου προκαλεί δυσφορία: Μου πήρε ~ με την πολυλογία της!, ρίχνω στ' αυτιά 1. βάζω κάποιον στη θέση του, του ασκώ σκληρή κριτική: Ήρθε για έλεγχο και τους έριξε ~. 2. είμαι, φαίνομαι ανώτερός του: Είναι αχτύπητη, σου ~ει ~! [< γαλλ. frotter les oreilles] , ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου: ταπεινώνομαι, ντροπιάζομαι: Έριξε ~ του κι έφυγε σιωπηλός. Μόλις άκουσα τα λόγια του, μου 'πεσαν τ' ~ιά. Γύρισαν/ήρθαν με κατεβασμένα ~ιά. Πβ. μου πέφτουν τα μούτρα, ρίχνω τα μούτρα μου. [< γαλλ. avoir l' oreille basse] , στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου): ακούω κρυφά ή/και προσεκτικά: Έστησα/έβαλα ~ να ακούσω τι λένε (= κρυφάκουσα).|| Στήσε αυτί και άκου! (= αφουγκράσου)., τραβάω τ' αυτί κάποιου: τον επιπλήττω ή τον τιμωρώ· κυρ. παλαιότ. η αντίστοιχη κίνηση με το χέρι., χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου: του λέω ό,τι θα του άρεσε να ακούσει, τον επαινώ, τον κολακεύω: Θέλουν να ακούσουν μόνο ό,τι ~ει ~ τους. Βλ. χρυσώνω το χάπι., άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αυτιά μου βλ. άλλος, από τ' αυτί και στο δάσκαλο βλ. δάσκαλος, δασκάλα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, γελάνε/γελούν και τ' αυτιά/και τα μουστάκια του βλ. γελώ, δεν ιδρώνει το αυτί (του) βλ. ιδρώνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί βλ. λαρύγγι, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά βλ. ψύλλος, όποιος έχει αυτιά, ακούει βλ. ακούω, περήφανος στ' αυτιά βλ. περήφανος [< μεσν. αυτί(ν), αφτί, αρχ. ὠτίον, γαλλ. oreille, αγγλ. ear]
καβγάςκα-βγάς ουσ. (αρσ.) {-ά | -άδες} & καυγάς (προφ.): διαπληκτισμός, μάλωμα, τσακωμός: ατέλειωτοι/καθημερινοί/οικογενειακοί/συζυγικοί/συχνοί ~άδες. ~ ανάμεσα σε .../μεταξύ ... Άρχισε/γίνεται/ξέσπασε (άγριος/τρικούβερτος/χοντρός) ~. Ο ~ δεν άργησε ν΄ ανάψει (= φουντώσει). Η συζήτηση κατέληξε σε ~ά. Ενεπλάκη σε ~ά. Πάνω στον ~ά, πιάστηκαν στα χέρια. Πβ. λογομαχία, πανηγύρι, φιλονικία. Βλ. μικρο~, σκυλο~. ● Υποκ.: καβγαδάκι (το): ασήμαντη διαφωνία, συνήθ. ζευγαριού, με αίσιο τέλος: ερωτικό ~. Είχαν ένα μικρό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ομηρικοί καβγάδες βλ. ομηρικός ● ΦΡ.: στήνω καβγά: αρχίζω να καβγαδίζω., έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά βλ. ζωνάρι, ο καβγάς είναι για το πάπλωμα βλ. πάπλωμα, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι [< μεσν. καβγάς, τουρκ. kavga]
κάλπηκάλ-πη ουσ. (θηλ.) {καλπ-ών} 1. εκλογική διαδικασία ή εκλογικό αποτέλεσμα: η μάχη/το μήνυμα της ~ης. Άμεση/πρόωρη προσφυγή στις ~ες. Αποχή από τις ~ες. Στις ~ες φοιτητές και σπουδαστές. Έρχεται/έφτασε η ώρα της ~ης. Πβ. εκλογές.|| Σημασία έχει τι θα δείξει η ~ και όχι οι δημοσκοπήσεις.|| Μόνο το ...% προσήλθε στις ~ες (= στα εκλογικά κέντρα). Βλ. ευρω~. 2. σφραγισμένο κιβώτιο με άνοιγμα στο πάνω μέρος του, για να ρίχνονται τα ψηφοδέλτια: μεταφορά των ~ών. Πβ. ψηφοδόχος.|| Μέχρι στιγμής, έχει καταμετρηθεί το 30% των ~ών (= των ψήφων). 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. είδος αγγείου που το χρησιμοποιούσαν κυρ. ως τεφροδόχο. Βλ. πίθος. ● ΦΡ.: ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες (μτφ.): αρχίζει/τελειώνει η ψηφοφορία., στήνονται κάλπες & στήνουν (τις) κάλπες: (μτφ.) ετοιμάζονται ή διενεργούνται εκλογές: ~ ~ για την ανάδειξη νέου προέδρου., η κάλπη είναι γκαστρωμένη βλ. γκαστρώνω [< 1,2 : μτγν. κάλπη 3: αρχ. ~]
ενεδρευω
κα-ρα-ού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σκοπιά, φρουρά· συνεκδ. βίγλα, παρατηρητήριο. ● ΦΡ.: στήνω/φυλάω καραούλι: ενεδρεύω, παραμονεύω, παραφυλάω: Οι ληστές είχαν στήσει ~ (= ενέδρα/καρτέρι/παγίδα).|| (ειρων.) Φυλάω ~, μήπως και περάσει. [< τουρκ. karavul]
Μπουτια
[κῶλος] κώ-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρωκτός· γλουτοί: Έπεσε με τον ~ο. Πβ. κωλομέρι, οπίσθια, πάτος, πισινός, ποπός.|| Μας γύρισε τον ~ο (: τα νώτα).|| (μτφ.) Σκίστηκε ο ~ του παντελονιού. (το πίσω ή κάτω μέρος) Ο ~ του αυτοκινήτου/του ποτηριού. ● Υποκ.: κωλαράκι & κωλάκι (το), κωλαράκος (ο) ● Μεγεθ.: κωλάρα (η) ● ΦΡ.: (όλο) μαγκιά, (όλο) κλανιά και κώλο/και ο κώλος κουβαρίστρα/φινιστρίνι (αργκό): για άντρα που παριστάνει τον δυνατό, τον τολμηρό, ενώ δεν είναι., γίνομαι κώλος (μτφ.-αργκό) 1. τσακώνομαι άσχημα με κάποιον: Έγινε ~ με τη γειτόνισσα. (απειλητ.) Πρόσεξε τι λες, γιατί θα γίνουμε ~! ΣΥΝ. γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) 2. για μεγάλη ακαταστασία: Η κουζίνα έγινε ~.|| Δεν είχα ομπρέλα μαζί μου κι έγινα ~ (= μουσκίδι). Πβ. χάλι. 3. πίνω πάρα πολύ, μεθώ., έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο (παροιμ.): για κάποιον που νομίζει ότι απέκτησε αξία και γι' αυτό έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του., έχει κώλο (αργκό): έχει το θάρρος, τη θέληση ή τις ικανότητες: Ποιος ~ ~ να του πάει κόντρα;, καίγεται ο κώλος του (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έντονη επιθυμία, ανησυχία ή μεγάλη ανάγκη., κόβω τον κώλο (μτφ.-προφ.) 1. {συνήθ. στον μέλλ.} τιμωρώ αυστηρά: (κυρ. απειλητ.) Θα σου κόψω ~, αν συνεχίσεις. 2. (σπάν.) {μόνο στο α' πρόσ.} είμαι εντελώς σίγουρος για κάτι: ~ ~ μου ότι το έκανε αυτός. ΣΥΝ. κόβω το κεφάλι/χέρι μου, κώλος και βρακί (μτφ.-οικ.): για να δηλωθεί ότι κάποιοι έχουν πολύ καλές, στενές σχέσεις μεταξύ τους., μιλάνε όλοι, μιλάνε και οι/κι οι κώλοι (παροιμ.): για κάποιον ασήμαντο, ανάξιο που εκφέρει μια άποψη χωρίς ουσία., μου βγαίνει ο κώλος (μτφ.-προφ.): κουράζομαι υπερβολικά: Της βγαίνει ~ στη δουλειά. ΣΥΝ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι, μου βγήκε η μέση, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος, μου έπιασαν τον κώλο (μτφ.-προφ.): συνήθ. για υπερβολική χρέωση: Μας ~ ~ στον λογαριασμό. Πβ. κωλοπιάσιμο, με πιάνουν κότσο., που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω (μτφ.-προφ.): όσο και αν προσπαθήσεις, ό,τι και αν κάνεις: Δεν σου λέω, ~ ~!, στήνω κώλο (μτφ.-προφ.): εξευτελίζομαι, ταπεινώνομαι, υποχωρώ: Έστησε ~ για να πάρει τη δουλειά. ΣΥΝ. κατεβάζει τα βρακιά (του), στρώνω κώλο/πισινό & στρώνω τον κώλο/πισινό μου (μτφ.-οικ.): αφοσιώνομαι σε μια ασχολία, καταβάλλω επίμονη προσπάθεια: Στρώσε τον ~ σου (κάτω) να διαβάσεις., σφίγγουν οι κώλοι (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι δυσκολεύουν οι συνθήκες, προκύπτουν προβλήματα, η κατάσταση γίνεται πιεστική: Ήρθε ο νέος διευθυντής και έσφιξαν οι ~!, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του (προφ.): για κάποιον που επιδιώκει ή προκαλεί με τη συμπεριφορά του κάτι: ~ ~ σου, μου φαίνεται. Πβ. πάει/πηγαίνει γυρεύοντας. ΣΥΝ. τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του, του κώλου (προφ.): ασήμαντος, ανάξιος λόγου, κακής ποιότητας: συμβουλές ~ ~.|| Διοργάνωση ~ ~., του κώλου τα εννιάμερα (λαϊκό): βλακείες, ανοησίες., αγκάθια έχει ο κώλος σου; βλ. αγκάθι, αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) βλ. τρώω, πήρε φωτιά ο κώλος του βλ. φωτιά, πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί βλ. Γιάννης, τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους/και μεταξωτούς κώλους βλ. βρακί, του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι [< μεσν. κώλος < αρχ. κῶλον]
παγανιάπα-γα-νιά ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) παγάνα. ● ΦΡ.: βγαίνω/στήνω παγανιά (προφ.): καταδιώκω κάποιον ή κάτι και κατ' επέκτ. επιδιώκω μεθοδευμένα την επίτευξη στόχου. [< μεσν. παγανέα]
στημένος, η, ο στη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει στηθεί: Είμαι από το πρωί ~η στην ουρά και περιμένω (πβ. στέκομαι). Είναι ~ (= την έχει στήσει) έξω από την πόρτα και δεν το κουνάει.|| Σωστά ~ο (= οργανωμένο, συντονισμένο) έργο.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο:) ~ες: φάσεις (: κόρνερ, πλάγιο άουτ, φάουλ). 2. (μτφ.) που έχει κανονιστεί παράνομα και παρασκηνιακά και διεξάγεται σύμφωνα με προσυμφωνημένο σχέδιο: ~ος: αγώνας/διαγωνισμός/διάλογος/καβγάς. ~η: δίκη/επίθεση/κλήρωση/παρτίδα/συνέντευξη/υπόθεση. ~ο: δημοσίευμα/επεισόδιο (= σκηνοθετημένο)/παιχνίδι/πρωτάθλημα. ~ες: εκλογές. ~α: γκάλοπ. Πβ. σικέ. 3. (μτφ.) που δεν είναι αυθόρμητος· επιτηδευμένος, προσποιητός: ~η: φωτογραφία (βλ. πόζα).|| Το ύφος του μοιάζει ~ο και αφύσικο. Πβ. στιλιζαρισμένος. ● ΦΡ.: του την έχω στήσει/στημένη βλ. στήνω ● βλ. στήνω [< 2: αγγλ. fixed]
τοίχος[τοῖχος] τοί-χος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. κατακόρυφη συνήθ. κατασκευή από δομικά υλικά που λειτουργεί ως μέσο στήριξης, περίφραξης ή διαίρεσης ενιαίου χώρου σε επιμέρους τμήματα: αναλημματικός/διαχωριστικός/διπλός/ελεύθερος (: χωρίς έπιπλα)/εξωτερικός/εσωτερικός/ξύλινος/πέτρινος/πλαϊνός/πλίνθινος/συμπαγής/τυφλός/φέρων/χαμηλός/ψηλός ~. ~ αναρρίχησης/αντιστήριξης. ~ από τσιμεντόλιθο. Βάση/ημερολόγιο/ρολόι ~ου (: που στηρίζεται ή εφάπτεται σε ~ο). Επένδυση/μόνωση ~ων. Παράθυρο στον ~ο. Βάφω/γκρεμίζω/χτίζω έναν ~ο. Κρεμώ το κάδρο στον ~ο. Γράφει συνθήματα στους ~ους. Ένας ~ μας χωρίζει (: μένουμε σε διπλανά σπίτια, διαμερίσματα).|| (μτφ.) Ορθώθηκε/υψώνεται ένας αόρατος ~ ανάμεσά μας (: για έλλειψη επικοινωνίας, επαφής). ΣΥΝ. ντουβάρι (1) ● Υποκ.: τοιχάκι (το): ΣΥΝ. τοιχίο || (ΔΙΑΔ.) Δημοσίευση στον ~ μου. ● ΣΥΜΠΛ.: τέταρτος τοίχος: ΘΕΑΤΡ. (στη θεατρική σκηνή) το νοητό σημείο που ενώνει τον κόσμο όπου διαδραματίζεται το έργο και το κοινό· (στην τηλεόραση) κάμερα ή οθόνη. ● ΦΡ.: κολλώ κάποιον στον τοίχο (μτφ.-προφ.): τον σπρώχνω βίαια με την πλάτη στον τοίχο· κυρ. κατ' επέκτ. τον αποστομώνω, τον φέρνω σε δύσκολη θέση: Τον κόλλησε με δύναμη στον τοίχο.|| Ανέτρεψε τα επιχειρήματά του και τον ~ησε ~. Πβ. ταπώνω. , με την πλάτη στον τοίχο: σε δύσκολη θέση: Η ομάδα καθ' όλη τη διάρκεια του αγώνα βρισκόταν/έπαιξε ~ ~ (: σε θέση άμυνας)., μέσα στους τέσσερις τοίχους: για απομόνωση, περιορισμό σε εσωτερικό χώρο και κατ' επέκτ. για έλλειψη αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον: Η αρρώστια τον κρατάει φυλακισμένο ~ ~ του δωματίου. Είναι δύσκολο να κλειστείς σε ~ ~ μετά τις διακοπές.|| Αποδράστε/βγείτε/ξεφύγετε από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σας., στήνω κάποιον στον τοίχο (προφ.) 1. τον εκτελώ με τουφεκισμό. 2. (κυρ. μτφ.) τον επικρίνω πολύ αυστηρά, καθιστώντας τον ανίκανο να αντιδράσει: Με έστησε ~, δεν ήξερα τι να πω. Πβ. στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα., τοίχο-τοίχο 1. με την πλάτη στον τοίχο για στήριξη, προφύλαξη ή για να μην γίνω αντιληπτός: Πήγαινε ~ ~. 2. από τον ένα τοίχο ως τον άλλο, σε όλη την έκταση: δωμάτιο ντυμένο ~ ~ με μοκέτα., (και) οι τοίχοι έχουν αυτιά βλ. αυτί, (σαν να) μιλάω στον/με τον τοίχο βλ. μιλώ, βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι [< αρχ. τοῖχος, αγγλ. wall, γαλλ. mur]
χορόςχο-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ρυθμικές κινήσεις ή/και βήματα που εκτελούνται από ένα ή περισσότερα άτομα σε ζεύγη ή ομάδα, με τη συνοδεία μουσικής ή τραγουδιού, ως τρόπος ψυχαγωγίας ή εξωτερίκευσης συναισθημάτων: ασταμάτητος/αυτοσχέδιος/γρήγορος/ζωηρός ~. Αισθησιακός/προκλητικός ~. Αίθουσα/βραδιά/διαγωνισμός/πίστα ~ού. Εντυπωσίασε με τον ~ό της. Γλέντι/ξεφάντωμα με ~ούς και τραγούδια. Ρίξαμε κάτι ~ούς (: χορέψαμε πολύ)!|| Ανδρικός/γυναικείος/κυκλικός/λεβέντικος/μικτός/μοναχικός ~. Δημοτικοί/λαϊκοί/νησιώτικοι/παραδοσιακοί/τοπικοί ~οί. Βλ. ζεϊμπέκικο, συρτάκι, χασάπικο, χασαποσέρβικο.|| Ανατολίτικος/τσιγγάνικος ~. Ευρωπαϊκοί/φολκλορικοί ~οί. Βλ. βαλς, λάτιν, μάμπο, πόλκα1, ρέγκε, ρούμπα, σάλσα, τάνγκο, τσα τσα (τσα), φλαμένγκο.|| (μτφ.) Ο ~ των κυμάτων/μελισσών. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (ειδικότ.) ως τέχνη, καλλιτεχνική δραστηριότητα: έντεχνος ~. Κλασικός ~ (= μπαλέτο). Καθηγητής/κριτικός/μαθήματα/ομάδα/σχολή (πβ. χοροδιδασκαλείο) ~ού. Παπούτσια/φορμάκι ~ού. 3. χοροεσπερίδα: αποκριάτικος ~. Αποχαιρετιστήριος ~ των τελειοφοίτων του ... ~ μεταμφιεσμένων (= μπαλ μασκέ). Φόρεμα για ~ό. Ο ετήσιος ~ του συλλόγου ... 4. (μτφ.) σύνολο ομοειδών πραγμάτων ή συμβάντων που διαδέχονται το ένα το άλλο με μεγάλη συχνότητα: Συνεχίζεται ο ~ των αντιδράσεων/αποκαλύψεων/γκολ/μεταγραφών/σκανδάλων/στοιχημάτων.|| Άνοιξαν τον ~ό των μεταλλίων. 5. σύνολο χορευτών ή κατ' επέκτ. προσώπων που ψάλλουν· ομάδα μεταφυσικών όντων ή ιερών μορφών: ο πρώτος του ~ού.|| (ΑΡΧ.) Ο ~ του αρχαίου δράματος (βλ. ημιχόριο). Η πάροδος του ~ού. Ο κορυφαίος/τα μέλη του ~ού. Βλ. όρχηση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Αριστερός/δεξιός ~. Ο ~ των ψαλτών. Πβ. χορωδία. Βλ. χοροστάσιο.|| ~ αγγέλων/Αγίων/μαρτύρων (= χορεία). ● ΣΥΜΠΛ.: μοντέρνος χορός & (προφ.) μοντέρνο: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή χορού με συγκεκριμένο σύστημα και τεχνική, που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από πρωτοπόρους χορευτές και χορογράφους, ως αντίδραση στους αυστηρούς περιορισμούς του κλασικού μπαλέτου. [< αγγλ. modern dance, 1912] , αντικριστός (χορός) βλ. αντικριστός, ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε βλ. Ησαΐας, πυρρίχιος χορός βλ. πυρρίχιος, σύγχρονος χορός βλ. σύγχρονος, χορός της κοιλιάς βλ. κοιλιά ● ΦΡ.: ανοίγω τον χορό 1. αρχίζω πρώτος να χορεύω, συνήθ. όπως το ορίζει το έθιμο, ώστε να ξεκινήσουν και οι άλλοι: Η νύφη ~ξε ~ στο γλέντι. 2. (μτφ.) κάνω την αρχή σε κάτι το οποίο θα επαναληφθεί (αμέσως μετά) από άλλους με μεγάλη συχνότητα: ~ξαν ~ των κινητοποιήσεων.|| Ανοίγει ο χορός των απεργιών (: αρχίζουν οι απεργίες). [< γαλλ. ouvrir le bal] , αφού μπήκαμε στον χορό, θα χορέψουμε/όποιος μπαίνει στον χορό, χορεύει!: από τη στιγμή που έχουμε εμπλακεί σε μια κατάσταση συνήθ. αρνητική, θα πρέπει να την υποστούμε και να αποδεχθούμε τις πιθανές συνέπειες., εν χορώ (λόγ.): όλοι μαζί, ταυτόχρονα: Απάντησαν/μιλούσαν/συμφώνησαν/τραγούδησαν/φώναξαν ~ ~. Πβ. ομόφωνα, με μια φωνή.|| (Για κάτι που λέγεται από πολλούς μαζί:) Διαμαρτυρίες/συνθήματα ~ ~., μπαίνω στον χορό 1. αρχίζω να χορεύω μαζί με άλλους σε κυκλικό χορό. 2. (μτφ.) εισέρχομαι και εγώ σε μια κατάσταση: Η εταιρεία μπήκε ~ των εξαγορών/προσφορών/συγχωνεύσεων. ΣΥΝ. βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει & έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέγονται (παροιμ.): είναι εύκολο να κρίνει και να επικρίνει κάποιος μια κατάσταση ή μια υπόθεση, όταν αγνοεί τις δυσκολίες της., στήνω (τον) χορό: ξεκινώ να χορεύω συνήθ. κυκλικό χορό: ~σαν ~ με δημοτικά στην πλατεία.|| (μτφ., για κάτι που κάνει την εμφάνισή του με ένταση ή μεγάλη συχνότητα) Οι αναμνήσεις ~ουν ~. Τα μικρόβια/ποντίκια έχουν στησει τρελό ~., χορός στον πάγο: κατηγορία καλλιτεχνικού πατινάζ, η οποία δίνει έμφαση στις ελεύθερες χορευτικές φιγούρες. [< αγγλ. ice dancing] , (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, ο χορός του Ζαλόγγου βλ. Ζάλογγο, σέρνω τον χορό βλ. σέρνω [< αρχ. χορός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ