στίβος στί-βος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. τμήμα σταδίου που προορίζεται για τη διεξαγωγή αγώνων κυρ. του κλασικού αθλητισμού και συνεκδ. τα αντίστοιχα αγωνίσματα: ~ του γηπέδου/του ιπποδρόμου/προθέρμανσης.|| Αθλητής/προπονητής/πρωτάθλημα ~ου. Διακρίσεις/μετάλλιο/πρωτιές στον ~ο.2. (μτφ.) πεδίο δράσης και ανταγωνισμού: επιχειρηματικός/κοινωνικός/πνευματικός/πολιτικός ~. Ο ~ της δημοσιογραφίας/της δικηγορίας/της ενημέρωσης/της επιβίωσης. Βγήκε/μπήκε στον ~ο της ζωής χωρίς εφόδια. Πβ. αρένα, κονίστρα, παλαίστρα, τερέν. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτός στίβος: ΑΘΛ. τα αγωνίσματα στίβου που διεξάγονται σε ανοιχτό, μη στεγασμένο, στάδιο. Βλ. ακοντισμός, δισκοβολία, σφυροβολία., κλειστός στίβος: ΑΘΛ. τα αγωνίσματα στίβου που διεξάγονται σε κλειστό στάδιο. [< αγγλ. indoor athletics] , υγρός στίβος βλ. υγρός [< 1: αρχ. στίβος, αγγλ. track, 1905]
ακοντισμός
ακοντισμός[ἀκοντισμός] α-κο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου, κατά το οποίο ο αθλητής, παίρνοντας φόρα, ρίχνει με το ένα χέρι το ακόντιο όσο μπορεί πιο μακριά: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. Πρωταθλητής ~ού. Πβ. ακόντιο. Βλ. δισκοβολία, -ισμός. [< μτγν. ἀκοντισμός, αγγλ. javelin-(throwing), 1902]
υγρός
υγρός, ή, ό [ὑγρός] υ-γρός επίθ. 1. που έχει ρευστή σύσταση: ~ός: σίδηρος. ~ή: ενέργεια/κόλλα/μελάνη/μορφή/σοκολάτα/τροφή/φάση/χρωματογραφία. ~ό: διάλυμα/καύσιμο/λίπασμα/σαπούνι (= υγροσάπουνο). ~ά: απόβλητα/μέταλλα. Σε ~ή κατάσταση.2. που έχει υγρασία, έχει βραχεί ή γίνεται μέσα σε υγρό: ~ός: αέρας/καιρός/τοίχος. ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: περιβάλλον/χώμα.|| ~ή: πετσέτα. ~ά: μωρομάντιλα/πανάκια/ρούχα. Πβ. νοτερός, νοτισμένος, νωπός.|| ~ή: αποστείρωση. ΑΝΤ. στεγνός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: υγρά σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. οι φθόγγοι λ και ρ., υγρό στοιχείο: το νερό· ειδικότ. οι θάλασσες, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι ωκεανοί., υγρός στίβος: ΑΘΛ. τα αθλήματα πισίνας (κολύμβηση, συγχρονισμένη κολύμβηση, υδατοσφαίριση, καταδύσεις)., υγρός τάφος: το υγρό στοιχείο, συνήθ. η θάλασσα για όσους χάνουν τη ζωή τους εκεί μετά από ναυάγιο ή ατύχημα., οθόνη υγρών κρυστάλλων βλ. οθόνη, υγρά λιβάδια βλ. λιβάδι, υγρό άζωτο βλ. άζωτο, υγρό πυρ βλ. πυρ, υγροί κρύσταλλοι βλ. κρύσταλλος [< αρχ. ὑγρός]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.