Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σταθεροποιητικός , ή, ό στα-θε-ρο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προκαλεί σταθεροποίηση: ~ός: παράγοντας/ρόλος (βλ. εξισορροπητικός). ~ή: δύναμη/επιρροή/πολιτική/πορεία. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: τάσεις. ~ά: μέτρα. Βλ. -ποιητικός.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ές: ουσίες. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). ΑΝΤ. αποσταθεροποιητικός ● επίρρ.: σταθεροποιητικά [< γαλλ. stabilisateur]

-ποιητικός

-ποιητικός, ή, ό: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο μπορεί να παράγει ή να έχει ως αποτέλεσμα ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αρτο~.|| (μτφ.) Σταθερο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.