Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • στασιμοπληθωρισμός στα-σι-μο-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. ταυτόχρονη ύπαρξη χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, υψηλού πληθωρισμού και ανεργίας. Βλ. αποπληθωρισμός. [< αγγλ. stagflation, 1965 < stag(nation) + (in)flation]

αποπληθωρισμός

αποπληθωρισμός[ἀποπληθωρισμός] α-πο-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. μείωση του γενικού επιπέδου τιμών και αύξηση της αξίας του χρήματος, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ύφεσης: πολιτική ~ού (: μείωση των δημοσίων δαπανών, αύξηση των φορολογικών πιέσεων). ΣΥΝ. αντιπληθωρισμός [< αγγλ. deflation, 1920]