Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • στατιστική στα-τι-στι-κή ουσ. (θηλ.) ΣΤΑΤΙΣΤ. 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) κλάδος των Μαθηματικών που έχει ως αντικείμενο τη συλλογή, ταξινόμηση και παρουσίαση εμπειρικών δεδομένων για την εξαγωγή συμπερασμάτων· συνεκδ. οι αντίστοιχες σπουδές και το σχετικό πανεπιστημιακό ή σχολικό μάθημα: επαγωγική/εφαρμοσμένη/θεωρητική/περιγραφική/υπολογιστική ~. Δημογραφική/κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική ~. Θεωρία πιθανοτήτων και ~. Βλ. βιο~, δειγματοληψία, εκτιμητική, στοχαστικότητα.|| Τομέας ~ής και Επιχειρησιακής Έρευνας. 2. (κατ' επέκτ.) {συνήθ. στον πληθ.} παρουσίαση στοιχείων, συνήθ. με τη μορφή πινάκων και διαγραμμάτων, τα οποία έχουν εξαχθεί από έρευνα ή μελέτη που εκπονήθηκε σύμφωνα με τις αρχές και μεθόδους της στατιστικής επιστήμης: δημοσιευμένες/επίσημες/ετήσιες/ευρωπαϊκές/κρατικές/κυβερνητικές/περιφερειακές ~ές. Σύμφωνα με τις ~ές ... Πβ. στατιστικά (τα). Βλ. δημοσκόπηση. [< γερμ. Statistik, γαλλ. statistique, αγγλ. statistics]

δημοσκόπηση

δημοσκόπησηδη-μο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. συστηματική διερεύνηση της κοινής γνώμης, κυρ. με επιλεγμένο ερωτηματολόγιο που συμπληρώνεται από αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού, για την εξαγωγή συμπερασμάτων ή τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα: διαβουλευτική/ηλεκτρονική/πανελλαδική/πανευρωπαϊκή/προεκλογική/τηλεφωνική ~. ~ για λογαριασμό/με θέμα/σχετικά με ... Εταιρεία ~ήσεων. Η ~ κατέγραψε τα εξής ... Η ~ διενεργήθηκε στις αρχές του μήνα. Βλ. σφυγμομέτρηση, -σκόπηση. ΣΥΝ. γκάλοπ ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσκόπηση εξόδου βλ. έξοδος [< γερμ. Demoskopie]