Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σταυροθόλιο σταυ-ρο-θό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. είδος θόλου ο οποίος δημιουργείται καθώς τέμνονται δύο ημικυλινδρικοί θόλοι: γοτθικό ~. ~ με νευρώσεις.