Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • σταυρός σταυ-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ) το σύμβολο του χριστιανισμού ως αντικείμενο ή παράσταση σταυροειδούς σχήματος, κυρ. στη λατρεία και την τέχνη: βυζαντινός/ελληνικός ή ισοσκελής/λατινικός/μαρμάρινος ~. ~ αγιασμού/ευλογίας. Ξυλόγλυπτος ~ τέμπλου. Επιστήθιος ~ επισκόπου. Προσκύνησε τον ~ό. Βούτηξαν στα παγωμένα νερά να πιάσουν τον ~ό (: έθιμο των Θεοφανείων). Η ελληνική σημαία φέρει ~ό.|| (ως κόσμημα) Ασημένιος/βαφτιστικός/κρεμαστός/χειροποίητος/χρυσός ~. Φορούσε ~ό στον λαιμό.|| (ως παράσημο) Ο ~ της Λεγεώνας της Τιμής/του Σωτήρος. 2. (παλαιότ.) κατασκευή από δύο δοκούς, κάθετες συνήθ. μεταξύ τους, όπου δένονταν ή καρφώνονταν οι καταδικασμένοι σε θάνατο με τα χέρια απλωμένα· (κυρ. ειδικότ.) το όργανο του μαρτυρίου του Ιησού Χριστού: το μαρτύριο του ~ού (: η Σταύρωση). O Απόστoλoς Ανδρέας θανατώθηκε πάνω σε ~ό σχήματoς X (: σταυρώθηκε). 3. σχήμα δύο αξόνων που τέμνονται κάθετα και γενικότ. οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: ~ φαρμακείου. Βάλτε/σημειώστε ~ό σε ένα µόνο τετραγωνίδιο. Υπογράφει με ~ό (: για αναλφάβητο). Χαράζει ~ό. (προφ.) Ο ~ της θάλασσας (= αστερίας). (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ μετάδοσης κίνησης. (ΑΘΛ.) Έκανε τον ~ό στους κρίκους (: άσκηση στην ενόργανη γυμναστική).|| (ειδικότ. ως εκδοτικό σύμβολο †, για φθαρμένο χωρίο ή για δήλωση της χρονολογίας θανάτου κάποιου· βλ. αστερίσκος). 4. (προφ.) το κέντρο του μετώπου, ειδικότ. το σημείο ανάμεσα στα φρύδια και τη μύτη: Τον βρήκε στον ~ό (: για καίριο χτύπημα). Πβ. κατακούτελα, στο δόξα πατρί. ● Υποκ.: σταυρουδάκι (το): συνήθ. ως κόσμημα. ● ΣΥΜΠΛ.: Βόρειος Σταυρός: ΑΣΤΡΟΝ. ο αστερισμός του Κύκνου., σταυρός προτίμησης & (προφ.) σταυρός: ΠΟΛΙΤ. που σημειώνεται από τον ψηφοφόρο δίπλα στο όνομα του υποψηφίου που επιλέγει: Έλαβε χίλιους ~ούς ~. Βλ. μονοσταυρία, πολυσταυρία, σταυροδοσία., Σταυρός του Νότου/Νότιος Σταυρός: ΑΣΤΡΟΝ. μικρός σε μέγεθος αστερισμός του Νοτίου Ημισφαιρίου. Βλ. Κύων., Τίμιος Σταυρός: ΕΚΚΛΗΣ. στον οποίο σταυρώθηκε ο Χριστός: η Ύψωση του ~ίου ~ού (: στον Ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα το 336 μ.Χ.), αγκυλωτός σταυρός βλ. αγκυλωτός, Ερυθρός Σταυρός βλ. ερυθρός, ο σταυρός του μαρτυρίου βλ. μαρτύριο, πολεμικός σταυρός βλ. πολεμικός, το σημείο του σταυρού βλ. σημείο ● ΦΡ.: (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του: για τις δυστυχίες και τα βάσανα που υφίσταται κάποιος στη ζωή: ~ ~ κι ανεβαίνει τον Γολγοθά του. Θεέ μου, τι σταυρό σηκώνω; Με στωικότητα ~ ~ των άλλων., (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι (μτφ.-προφ.): για άνθρωπο τίμιο που ενεργεί αποκλειστικά με βάση τις ηθικές αξίες., κάνω τον σταυρό μου (προφ.) 1. σχηματίζω σταυρό με τον αντίχειρα, τον δείκτη και το μέσο δάχτυλο του δεξιού χεριού, ξεκινώντας από το μέτωπο, συνεχίζοντας στην κοιλιά, έπειτα στον δεξιό και, τέλος, στον αριστερό ώμο, ως λατρευτική κίνηση και για προστασία από το κακό: Κάνε τον ~ σου και μην ανησυχείς! Πβ. σταυροκοπιέμαι. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ευγνωμοσύνη, ευχή, απορία: Αντί να ~εις τον ~ σου που σώθηκες, κάθεσαι και παραπονιέσαι! Κάνε ~ σου να 'χουμε την υγειά μας. Είναι να ~εις τον ~ σου με αυτά που συμβαίνουν εδώ μέσα!, μα τον σταυρό! (προφ.): ως όρκος: Έτσι έγινε, ~ ~!, του Σταυρού (προφ.): η γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου): ανήμερα ~ ~., φιλώ σταυρό (προφ.): ορκίζομαι: Λες αλήθεια; φιλάς ~; [< μτγν. σταυρός]

αγκυλωτός

αγκυλωτός, ή, ό [ἀγκυλωτός] α-γκυ-λω-τός επίθ. 1. που έχει σχήμα αγκύλης: ~ό: άγκιστρο. Πβ. καμπύλος, κυρτός. Βλ. γαμψός. 2. που αγκυλώνει, τσιμπά: ~ός: θάμνος. ~ή: βελόνα. ~ό: ρούχο/συρματόπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αγκυλωτός σταυρός: του οποίου οι βραχίονες κάμπτονται σε ορθή γωνία· χρησιμοποιήθηκε ως διακοσμητικό στοιχείο και κυρ. ως σύμβολο αρχαίων θρησκειών και του ναζισμού: ~οί ~οί σε αρχαία αγγεία.|| (συνεκδ.) Η μάστιγα του ~ού ~ού (: του φασισμού). Πβ. σβάστικα. [< γερμ. Hakenkreuz] [< μεσν. ἀγκυλωτός < αρχ. ἀγκυλωτός ‘εφοδιασμένος με λουριά’]

ερυθρός

ερυθρός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἐρυθρός] ε-ρυ-θρός επίθ. (λόγ.): κόκκινος: ~ός: οίνος/τόνος (της Μεσογείου). ~ό: φως. ~ές: ποικιλίες αμπέλου. ~ά: αιμοσφαίρια (= ερυθροκύτταρα).|| (ΓΕΩΓΡ., με κεφαλ. Ε) ~ά: Θάλασσα (: στενή λωρίδα θάλασσας μεταξύ της Αραβικής χερσονήσου και της ΒΑ Αφρικής). ● ΣΥΜΠΛ.: Ερυθρός Σταυρός (ακρ. ΕΣ): διεθνής ανθρωπιστική οργάνωση που έχει ως κύριο στόχο τη φροντίδα των τραυματιών πολέμου, την περίθαλψη των ασθενών και των πληγέντων από φυσικές καταστροφές: Διεθνής/Ελληνικός (ακρ. ΕΕΣ) ~ ~. Αναζητήσεις του ~ού ~ού. [< γαλλ. Croix-Rouge, αγγλ. Red Cross, 1863] , Ερυθρά Ημισέληνος βλ. ημισέληνος, κόκκινη λάσπη βλ. λάσπη, Κόκκινος Στρατός βλ. κόκκινος, κόκκινος/ερυθρός γίγαντας βλ. γίγαντας [< αρχ. ἐρυθρός]

κύων

κύωνκύ-ων ουσ. (αρσ.) {κυν-ός} (αρχαιοπρ.) 1. ΖΩΟΛ. σκύλος: κυνηγετικός ~. 2. ΑΣΤΡΟΝ. {στον εν.} (με κεφαλ. Κ) ονομασία δύο αστερισμών, του Μεγάλου και του Μικρού Κυνός. Βλ. Αιγόκερως, Σείριος, Σταυρός του Νότου. ● ΦΡ.: τα άγια τοις κυσί βλ. άγιος [< αρχ. κύων]

μαρτύριο

μαρτύριομαρ-τύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {μαρτυρί-ου | -ων} 1. σκληρή σωματική ή ψυχική δοκιμασία, συνήθ. μεγάλης διάρκειας: ατέλειωτο/βασανιστικό/καθημερινό/σωστό/φρικτό ~. Το ~ του πόνου. ~ δίχως τέλος για τους σεισμοπαθείς. Η ζωή μου έχει γίνει/είναι/κατάντησε (ένα) ~. Είναι ~ να δουλεύεις με τέτοια ζέστη. Πβ. βάσανο, ταλαιπωρία, τυραννία. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (ειδικότ.-παλαιότ.) σωματικά βασανιστήρια, συνήθ. μέχρι θανάτου, κυρ. σε βάρος χριστιανών, καθώς και του ίδιου του Χριστού: Το ~ του Αγίου .../του Σταυρού (= σταυρικό ~). Για την πίστη τους υπέφεραν φοβερά ~α. Πβ. βασανισμός.|| Απάνθρωπα ~α. Το ~ της δίψας/της πείνας. Τόπος ~ου. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Μ) τμήμα ναού ή ναΐσκος που έχει ανεγερθεί πάνω από τα λείψανα Αγίου ή αναμνηστικό ιερό για τη στέγαση αντικειμένων σχετικών με τα βασανιστήρια Αγίου. 4. (λόγ.) απόδειξη, τεκμήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ο δρόμος του μαρτυρίου & η οδός του μαρτυρίου 1. ΕΚΚΛΗΣ. η πορεία του Χριστού με τον Σταυρό προς τον Γολγοθά. 2. (μτφ.) κάθε κουραστική προσπάθεια για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού: Ακολούθησε/βάδισε με αξιοπρέπεια/με καρτερία τον ~ο ~., ο σταυρός του μαρτυρίου 1. ΕΚΚΛΗΣ. στον οποίο σταυρώθηκε ο Xριστός. 2. (μτφ.) πολύ μεγάλη ταλαιπωρία, βάσανο: Κουβαλάει/σηκώνει τον ~ό ~., το μαρτύριο της σταγόνας βλ. σταγόνα ● ΦΡ.: το μαρτύριο του Ταντάλου βλ. Τάνταλος, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< μτγν. μαρτύριον]

μονοσταυρία

μονοσταυρίαμο-νο-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. σύστημα εκλογής κατά το οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να σημειώσει στον κατάλογο των υποψηφίων έναν μόνο σταυρό προτίμησης. Βλ. -σταυρία. ΑΝΤ. πολυσταυρία

πολεμικός

πολεμικός, ή, ό πο-λε-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πόλεμο: ~ός: ανταποκριτής/στόλος/χορός. ~ή: αντιπαράθεση/αποστολή/βιομηχανία/διάθεση/δράση/εκστρατεία/εμπλοκή/επέμβαση/επίθεση/ετοιμότητα/ζώνη (= εμπόλεμη)/ήττα/κραυγή (= ιαχή)/σημαία/σύγκρουση/σύρραξη/ταινία. ~ό: ανακοινωθέν/μέτωπο/μουσείο/υλικό (: όπλα και πυρομαχικά). ~ές: δαπάνες/ενέργειες/επιχειρήσεις/προετοιμασίες. ~ά: αεροσκάφη (: μιράζ, φάντομ)/γεγονότα/μέσα/όπλα/παιχνίδια/πλοία/σενάρια/συστήματα/σχέδια. Σε ~ές περιόδους. Πβ. πολεμιστήριος. Βλ. μαχητ-, στρατιωτ-ικός, προ~, ψυχρο~.|| ~οί: λαοί (= εμπειρο-, φιλο-πόλεμοι).|| (μτφ.) ~ή: ατμόσφαιρα (= εχθρική). ΑΝΤ. ειρηνικός (1) ● Ουσ.: πολεμικό (το): ενν. πλοίο: εχθρικό ~. ● επίρρ.: πολεμικά ● ΣΥΜΠΛ.: πολεμικός σταυρός: παράσημο σε σχήμα σταυρού που απονέμεται σε στρατιώτες, οι οποίοι διακρίθηκαν στον πόλεμο: γαλλικός/ελληνικός ~ ~. Για τη δράση του τιμήθηκε με τον ~ό ~ό Α'/Β'/Γ΄ Τάξεως., πολεμικές αποζημιώσεις βλ. αποζημίωση, πολεμικές τέχνες βλ. τέχνη, Πολεμική Αεροπορία βλ. αεροπορία, πολεμική μηχανή βλ. μηχανή, πολεμική/τιμητική διαθεσιμότητα βλ. διαθεσιμότητα, Πολεμικό Ναυτικό βλ. ναυτικό, πολεμικό παίγνιο βλ. παίγνιο, χημικά/πολεμικά αέρια βλ. αέριο [< αρχ. πολεμικός, γαλλ. polémique, αγγλ. polemic]

σημείο

σημείο[σημεῖο] ση-μεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μέρος, θέση που προσδιορίζεται με ακρίβεια· ειδικότ. ορισμένη περιοχή του σώματος: ~ αναχώρησης/αφετηρίας/άφιξης/εισόδου-εξόδου/εκκίνησης/εστίασης/ισορροπίας/προορισμού/συνάντησης/τερματισμού. ~ ελέγχου διαβατηρίων/πώλησης προϊόντων/σύνδεσης των καλωδίων. ~ του χώρου. Μεθοριακό ~ διέλευσης. Κεντρικό ~ της πόλης. Το ακριβές ~ της πτώσης του μετεωρίτη. Το ανώτερο ~ της διαδρομής. Ευστόχησε από το ~ του πέναλτι. Πόλη χτισμένη σε στρατηγικό ~. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες του ~ου (= τόπου) που βρισκόμαστε. Τα φωτεινότερα ~α του ουρανού.|| ~ του θώρακα/κεφαλιού/ποδιού/χεριού. ~ στήριξης της πλάτης. 2. (μτφ.) τμήμα ευρύτερου συνόλου: Το θετικό ~ του κειμένου/νομοσχεδίου. Το επίμαχο ~ της εκπομπής/ομιλίας. Εξηγεί κάθε ~ των θέσεών της. Αρκετά ~α του βιβλίου είναι αμφιλεγόμενα. Διευκρίνισε τα δύσκολα/κυριότερα ~α της ύλης. Βασικά ~α της υπόθεσης παραμένουν αδιερεύνητα. Τα ενδιαφέροντα/κωμικά/μελανά ~α της παράστασης/ταινίας. Τα ~α-κλειδιά του σχεδίου διάσωσης. 3. συγκεκριμένη χρονική στιγμή· κατ' επέκτ. φάση, στάδιο: χρονικό ~. Στο ~ αυτό αξίζει/πρέπει να ... Από το ~ αυτό και μετά. Κομβικό/κρίσιμο ~ της εξέλιξης. Καθοριστικό ~ του αγώνα.|| Το πιο αποφασιστικό ~ της ιστορίας/πορείας της. Σε ποιο ~ της προετοιμασίας βρίσκεστε; Είναι στο καλύτερο ~ της καριέρας τους. 4. (μτφ.) (σε ποιοτική ή άλλου είδους κλίμακα) βαθμός: έσχατο ~ απανθρωπιάς/ξεπεσμού/παρακμής/υποτέλειας. Μέγιστο/ύψιστο ~ ακμής/δύναμης/μεγαλείου. Έχουν φτάσει στο ύστατο ~ εξευτελισμού. Στο ίδιο ~ ανάπτυξης. Σε ~ αγανάκτησης/απελπισίας/απόγνωσης. Μας ταλαιπώρησαν αφάνταστα, σε τέτοιο ~/σε ~ που δεν αντέχαμε άλλο. Σε/στο ~ μάλιστα που ... Ως ποιο ~/(λόγ.) μέχρι ποίου ~ου είναι διατεθειμένοι να ... Πβ. όριο. 5. σημάδι, αντικειμενική κυρ. ένδειξη: ~α ανάκαμψης/ανάρρωσης/βελτίωσης/κόπωσης/κούρασης/φθοράς/ύφεσης. Πβ. ίχνος, σύμπτωμα.|| Θεϊκά ~α. Πβ. οιωνός. 6. γραπτό σύμβολο: μουσικό/ορθογραφικό/τονικό/τυπογραφικό ~. Το ~ της αφαίρεσης (-)/της διαίρεσης (:)/του πολλαπλασιασμού (x)/της πρόσθεσης (+). (ΑΣΤΡΟΛ.) Τα ζωδιακά ~α (= ζώδια). 7. ΓΕΩΜ. το ελάχιστο, θεμελιώδες στοιχείο του χώρου, το οποίο θεωρητικά έχει θέση, αλλά όχι διαστάσεις: Οι διχοτόμοι των γωνιών ενός τριγώνου διέρχονται από το ίδιο ~ (βλ. έκκεντρο). ~ τομής των διαγωνίων. Έστω Α το δεδομένο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σημεία ζωής: στοιχεία που δείχνουν ότι κάποιος βρίσκεται στη ζωή: Δεν δείχνει ~ ~ (: είναι νεκρός). (Δεν) υπάρχουν ~ ~ (βλ. σφυγμός).|| Δεν έχει δώσει ~ ~ (: έχει εξαφανιστεί, αγνοείται). [< γαλλ. signes de vie] , σημεία των καιρών (ΚΔ): αρνητικά συνήθ. γνωρίσματα συγκεκριμένης εποχής, που θεωρείται ότι προμηνύουν κάτι: ~ο ~ η απαξίωση της εντιμότητας. Τα ~ ~ δείχνουν ότι ..., σημείο μηδέν: η αρχή και κατ΄επέκτ. οριακή και συνήθ. κρίσιμη κατάσταση: Ξεκίνησε και πάλι από το ~ ~. ~ ~ για την ανάληψη της εξουσίας (πβ. ορόσημο).|| Σε ~ ~ οι διαπραγματεύσεις. Η ανθρωπότητα/οικονομία βρίσκεται στο ~ ~. Έχουμε φτάσει στο ~ ~ (: στο απροχώρητο, στο ναδίρ). Βλ. ώρα μηδέν. [< αγγλ. zero point] , σημείο πίεσης 1. στο οποίο ασκείται δύναμη: ~α ~ του σώματος. 2. (μτφ.) μέσο επιρροής, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα: Το ίντερνετ μπορεί να αποτελέσει ισχυρό ~ ~ και κινητοποίησης., το σημείο του σταυρού: ΕΚΚΛΗΣ. οι κινήσεις του δεξιού χεριού με τις οποίες γίνεται το σχήμα του σταυρού· το αντίστοιχο σύμβολο: Έκανε ~ ~ (πβ. κάνω τον σταυρό μου)., αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, ακτινοβόλο σημείο βλ. ακτινοβόλος, απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, αρχιμήδειο σημείο βλ. αρχιμήδειος, γειτονία του σημείου βλ. γειτονία, γλωσσικό σημείο βλ. γλωσσικός, Εθνικό Σημείο Επαφής βλ. επαφή, επώδυνα σημεία βλ. επώδυνος, καίριο σημείο βλ. καίριος, καταφανές σημείο βλ. καταφανής, νεκρό σημείο βλ. νεκρός, σημεία στίξης βλ. στίξη, σημείο ανάφλεξης βλ. ανάφλεξη, σημείο αναφοράς βλ. αναφορά, σημείο βρασμού/ζέσης βλ. βρασμός, σημείο δρόσου βλ. δρόσος, σημείο επαφής βλ. επαφή, σημείο καμπής βλ. καμπή, σημείο παρουσίας βλ. παρουσία, σημείο πήξης βλ. πήξη, σημείο τήξης βλ. τήξη, σημείο τριβής βλ. τριβή, τυφλό σημείο βλ. τυφλός, χιλιομετρική θέση βλ. χιλιομετρικός ● ΦΡ.: με έφερε στο σημείο να (προφ.): με οδήγησε, με εξανάγκασε να: Η φτώχεια την ~ ~ κλέψει. Μας έχει φέρει ~ μη μιλιόμαστε., μέχρι του σημείου να (εμφατ.): για να δηλωθεί ο βαθμός στον οποίο γίνεται κάτι: Έφτασε ~ ~ απειλεί ότι ..., σημεία και τέρατα & τέρατα και σημεία: σοβαρά, αποτρόπαια, σπάνια ή/και περίεργα γεγονότα ή καταστάσεις: Γίνονται/συμβαίνουν ~ ~. Βλέπω/καταγγέλλω ~ ~. , σημείο G (τζι): ΙΑΤΡ. ερωτογενής ζώνη που πιστεύεται ότι βρίσκεται στον γυναικείο κόλπο, της οποίας η διέγερση κατά την ερωτική επαφή μεγιστοποιεί τη σεξουαλική απόλαυση της γυναίκας. Βλ. σεξουαλικότητα. [< αγγλ. Gräfenberg Spot, 1981] , σημείο προς σημείο: λεπτομερειακά, αναλυτικά: Απάντησε ~ ~ σε όλες τις κατηγορίες. Κατέρριψε ~ ~ τα επιχειρήματα των αντιπάλων. Πβ. διεξοδικά., τα τέσσερα σημεία (του ορίζοντα): ο βορράς, ο νότος, η ανατολή και η δύση· κατ' επέκτ. όλος ο κόσμος: προσωπικότητες από ~ ~ του πλανήτη. Είναι (δια)σκορπισμένοι στα ~ ~ της Γης/της οικουμένης/του ορίζοντα. [< γαλλ. les quatre points cardinaux] , φτάνω σε οριακό σημείο: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο: Η κατάσταση/κρίση έχει φτάσει ~ (= στο απροχώρητο).|| (σπανιότ. για πρόσ.) Έχουμε φτάσει ~ (= στο μη περαιτέρω)., φτάνω στο σημείο να ... (προφ.): περιέρχομαι σε άσχημη, δυσάρεστη κατάσταση, καταντώ: Έφτασα ~ μην πιστεύω τίποτα απ' όσα λέει.|| Έχει φτάσει ~ φοβάται με το παραμικρό., ως ένα σημείο & μέχρι(ς) ενός σημείου/ένα σημείο: για κάτι που γίνεται εν μέρει δεκτό ή φτάνει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ή στάδιο: ~ ~, οι απόψεις/παρατηρήσεις του είναι σωστές. Ο στόχος μας, ~ ~, εκπληρώθηκε. Σε δικαιολογώ/καταλαβαίνω ~ (ορισμένο) ~. ΣΥΝ. εν τινι μέτρω, ως έναν βαθμό [< αγγλ. up to a point] , νίκη στα σημεία βλ. νίκη, νικώ στα σημεία βλ. νικώ, υπερέχει στα σημεία βλ. υπερέχω [< αρχ., μτγν. σημεῖον, αγγλ.-γαλλ. point, γαλλ. signe]