αδιαφορώ[ἀδιαφορῶ] α-δια-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {αδιαφορ-είς ..., -ώντας | αδιαφόρ-ησα, -ήσει}: δείχνω αδιαφορία για κάτι ή σπανιότ. κάποιον, δεν δίνω σημασία: ~ εντελώς/πλήρως. ~ για τις εξελίξεις/τα έξοδα/τα λόγια του κόσμου (= αγνοώ, αψηφώ, παραβλέπω)/όλα/την πολιτική/τις συνέπειες/τιμές και διακρίσεις. ~εί για τα παιδιά του (= δεν ενδιαφέρεται, τα παραμελεί, είναι αδιάφορος, ΑΝΤ. νοιάζεται). ~εί για τον κίνδυνο (= τον περιφρονεί). ~ αν σου αρέσει ή όχι/σου κακοφανεί/συμφωνείς ή όχι (πβ. καρφί δεν μου καίγεται). Της παραπονέθηκα, μα εκείνη ~ησε. Δεν ασχολούμαι πλέον με το θέμα, ~ (= με αφήνει αδιάφορο). ΑΝΤ. ενδιαφέρομαι [< μτγν. ἀδιαφορῶ, γαλλ. indifférer]
ορκίζω[ὁρκίζω] ορ-κί-ζω ρ. (μτβ.) {όρκι-σε, ορκί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, ορκιζ-όμενος, ορκίζ-οντας} 1. (συχνά σε επίσημη τελετή ορκωμοσίας) εκφωνώ όρκο που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, για να αναλάβει κάποιος αξίωμα ή καθήκον: Ο Σεβασμιότατος μητροπολίτης ~σε τον νέο δήμαρχο. Ο πρόεδρος του τμήματος ~σε τους αποφοίτους.|| (ΙΣΤ., στην Επανάσταση του 1821) Ο μοναχός ~σε τους οπλαρχηγούς. 2. αναγκάζω κάποιον να πάρει όρκο ή γενικότ. τον εκλιπαρώ να δώσει τον λόγο του ότι (δεν) θα κάνει κάτι: Τον ~σε στον Θεό να μην αποκαλύψει το μυστικό.|| Την ~σε να του κάνει μια τελευταία χάρη. ● Παθ.: ορκίζομαι 1. παίρνω επίσημο όρκο: ~στηκε αξιωματικός/βουλευτής/διδάκτορας/δικηγόρος/υπουργός. ~εται σήμερα η νέα βουλή. Η νέα κυβέρνηση ~στηκε ενώπιον/παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι νεοδιορισθέντες εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να ~στούν και να αναλάβουν υπηρεσία.|| Οι Ορθόδοξοι ~ονται στο Ευαγγέλιο.|| (προφ.) Πότε ~εσαι (: παίρνεις πτυχίο);|| ~ονται στο όνομά του (: τον σέβονται και τον εμπιστεύονται απόλυτα). 2. (γενικότ.) δεσμεύομαι ηθικά, υπόσχομαι ή διαβεβαιώνω: Σου ~ σε ό,τι έχω ιερό, δεν το ήξερα. Δεν σου είπα ψέματα, σου τ' ~. ~στηκε να μην το ξανακάνει. ~στηκαν (αιώνια) αγάπη/εκδίκηση/πίστη/υπακοή/φιλία. Νομίζω ότι έτσι έγινε, αλλά δεν ~ κιόλας. Πβ. δίνω τον λόγο μου/τον λόγο της τιμής μου, ομνύω. [< αρχ. ὁρκίζω]
πρήζωπρή-ζω ρ. (μτβ.) {έπρη-ξα, πρή-ξει, -στηκα, -στεί, πρήζ-οντας, πρη-σμένος} (μτφ.): γίνομαι ενοχλητικός, ταλαιπωρώ, παιδεύω κάποιον: Μας ~ει διαρκώς με την γκρίνια του. Σταμάτα πια να μιλάς, μας ~ξες! Μ' ~ξε, ώσπου να πει το ναι. Την έχει ~ξει να συναντηθούν. ● Παθ.: πρήζομαι: εμφανίζω φούσκωμα, διόγκωση, οίδημα, συνήθ. σε κάποιο μέρος του σώματος: Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ~ονται ελαφρά τα πόδια. Άρχισε να ~εται ολόκληρος, μόλις τον τσίμπησε σφήκα. ~στηκαν οι αδένες/αμυγδαλές του. Έχει ~στεί το δόντι/μάγουλό μου. ~στηκα από το πάχος/το πολύ φαΐ (πβ. σκάω, τουμπανιάζω)/τα φάρμακα. Τα μάτια του έχουν ~στεί από την αϋπνία/το κλάμα/το ξενύχτι. Σηκώθηκα ~σμένη από τον ύπνο. ~σμένη κοιλιά (από την ασιτία). ● ΦΡ.: μου 'πρηξε το συκώτι/τα σ(υ)κώτια/τη χολή/μου τα 'πρηξε (προφ.): με ενόχλησε, με εκνεύρισε πάρα πολύ, μου έσπασε τα νεύρα: Μας ~ ~ με τις θεωρίες του. ~ ~ με τις γκρίνιες/ιδιοτροπίες της. Πβ. με έφερε/έφτασε στο αμήν. ΣΥΝ. μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι, μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα βλ. αρχίδι [< μεσν. πρήζω < αρχ. πρήθω]
ψηφίζωψη-φί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ψήφι-σα (λόγ. μτχ. ψηφί-σαντες), ψηφί-σει, -στηκε (λόγ. -σθηκε, μτχ. -σθείς, -σθείσα, -σθέν), -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ψηφίζ-οντας} 1. εκφράζω τη γνώμη, την προτίμησή μου με την ψήφο μου· ειδικότ. έχω ή ασκώ το δικαίωμα ψήφου: ~ κατά συνείδηση. ~ουν, για να εκλέξουν νέα κυβέρνηση. ~ εναντίον/κατά/ναι/όχι/υπέρ. ~σαν με ανάταση της χειρός/διά βοής.|| ~ στις βουλευτικές/δημοτικές/εθνικές/περιφερειακές εκλογές. Πού/σε ποιο εκλογικό τμήμα ~εις; Οι ~σαντες στις ευρωεκλογές ανέρχονται σε ... 2. επιδοκιμάζω, υποστηρίζω, εγκρίνω κάποιον ή κάτι σε μια ψηφοφορία: ~ έναν βουλευτή/ένα κόμμα/τον νόμο/μια πρόταση/τον προϋπολογισμό/έναν υποψήφιο. ~ει παραδοσιακά την Αριστερά/Δεξιά. ~ λευκό (: ρίχνω λευκό ψηφοδέλτιο). Ποιον/τι ψήφισες; ~στηκε επί της αρχής/κατά πλειοψηφία/ομόφωνα η διάταξη/ο ισολογισμός/το νομοσχέδιο. Η ~σθείσα τροπολογία. Τα ~σθέντα μέτρα. ΣΥΝ. υπερψηφίζω ΑΝΤ. καταψηφίζω ● ΦΡ.: ψηφίζω κάποιον και με τα δύο χέρια & ψηφίζω με χέρια και με πόδια: υποστηρίζω ένθερμα κάποιο κόμμα ή υποψήφιο, το(ν) ψηφίζω με πολλή προθυμία., ρίχνω/ψηφίζω (μαύρο) δαγκωτό βλ. δαγκωτός, ψηφίζω κάποιον/κάτι μονοκούκι βλ. μονοκούκι, ψηφίζω παρών βλ. παρών [< αρχ. ψηφίζω]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ