Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • στενόκαρδος , η, ο στε-νό-καρ-δος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μικροψυχία: ~ος: εγωισμός. ~η: αντίληψη. Πβ. μίζερος. Βλ. -καρδος. ΑΝΤ. μεγαλόκαρδος ● επίρρ.: στενόκαρδα [< γερμ. engherzig]

-καρδος

-καρδος, η, ο: β' συνθετικό επιθέτων με αναφορά σε πρόσωπο το οποίο χαρακτηρίζεται από συναισθήματα ή διάθεση που δηλώνονται με το α' συνθετικό: ά~/ανοιχτό~/κακό~/καλό~/μεγαλό~/σκληρό~.