Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • στερεότυπος , η, ο στε-ρε-ό-τυ-πος επίθ. 1. (μτφ.) που παρουσιάζεται με την ίδια μορφή, που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, χωρίς μεταβολές, παραλλαγές: ~ος: επίλογος/ήχος (πβ. μονότονος)/λόγος/μύθος/τρόπος. ~η: αντίδραση/απάντηση/άποψη/διαδικασία/επανάληψη/ερώτηση/μορφή. ~ες: αντιλήψεις/συμπεριφορές. ~ο: κείμενο (ευχών)/μοντέλο. Αναπαράγουν/ανατρέπουν τη ~η εικόνα της γυναίκας, όπως αυτή προβάλλεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. ΣΥΝ. στερεοτυπικός ΑΝΤ. πρωτότυπος 2. ΦΙΛΟΛ. (για κείμενο, ιδ. αρχ. ελλην. ή λατ.) που έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια ή περικοπές: ~η: έκδοση. 3. ΤΥΠΟΓΡ. που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας. Βλ. -τυπος2. ● Ουσ.: στερεότυπο (το) {στερεοτύπ-ου} 1. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) προκατασκευασμένη, απλουστευτική και υπεργενικευμένη σύλληψη, σχετική με τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ατόμων, μιας κατάστασης, της πραγματικότητας και κατ' επέκτ. συμπεριφορά που βασίζεται σε αυτή: ανδρικό/γυναικείο/διαχρονικό/ιδεολογικό ~. Εθνικιστικά ~α και εθνικοί μύθοι. Κοινωνικά ~α και προκαταλήψεις/ρατσισμός. Διαμόρφωση ~ων. Αναπαράγω/ανατρέπω/γκρεμίζω/δημιουργώ/διαψεύδω/καταρρίπτω τα ~α. Ξεφεύγω από τα ~α. Ένα ~ επικρατεί/ισχύει/κυριαρχεί. Το μυαλό τους λειτουργεί με ~α. Αναπαραγωγή/κατάρριψη ~ων. Πβ. κλισέ. 2. ΤΥΠΟΓΡ. η τυπογραφική πλάκα που χρησιμοποιείται στη μέθοδο της στερεοτυπίας. ΣΥΝ. κλισέ (2) [< αγγλ. stereotype, 1922, γαλλ. stéréotype, 1954] ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση: ΓΛΩΣΣ. σταθερός συνδυασμός λέξεων ή τύπων τους με ειδική σημασία που δεν συνάγεται από αυτή της καθεμίας χωριστά: π.χ. με ανοιχτές αγκάλες, έφαγε τη ζωή με το κουτάλι. Βλ. λογότυπο, σύμπλοκο. ΣΥΝ. ιδιωματισμός (2), ιδιωτισμός [< γαλλ. stéréotypé, γερμ. stereotyp, αγγλ. stereotypic(al)]

λογότυπο

λογότυπολο-γό-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {λογοτύπ-ου} & λογότυπος (ο): επωνυμία, τίτλος, φράση ή/και τυποποιημένο σχέδιο που αποτελεί την ταυτότητα οργανισμού, προϊόντος, εντύπου: επίσημο ~. ~ εταιρείας/εφημερίδας/πανεπιστημίου/υπουργείου. Σχεδιασμός ~ου. Εμφάνιση ~ου σε έντυπο υλικό. Πβ. έμβλημα, λόγκο, σήμα, σλόγκαν. Βλ. -τυπος2. [< αγγλ.-γαλλ. logotype]

-τυπος2

-τυπος2, η, ο: επίθημα για δήλωση τυπωμένου κειμένου ή εικόνας με ορισμένα χαρακτηριστικά: κακέκ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) κλεψί~o/λογό~ο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.