στεριά στε-ριά ουσ. (θηλ.): το στερεό τμήμα της Γης που δεν καλύπτεται από νερό: Για μέρες δεν συναντήσαμε ~. Στο βάθος του ορίζοντα αντικρίσαμε ~. Πολιορκημένοι από ~ και θάλασσα (: από παντού). ΣΥΝ. ξηρά ● ΦΡ.: πιάνει/πιάνουμε λιμάνι/στεριά βλ. λιμάνι, σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό βλ. ψάρι [< μεσν. στεριά]
στεριανός , ή, ό στε-ρια-νός επίθ.: που προέρχεται από τη στεριά ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: αέρας. ~ό: λαούτο. Πβ. ηπειρωτικός. ΑΝΤ. νησιωτικός ● Ουσ.: στεριανός, στεριανή (ο/η): άτομο που ζει στη στεριά, μακριά από παραθαλάσσια μέρη. ΑΝΤ. θαλασσινός (1), νησιώτης, νησιώτισσα
λιμάνι
λιμάνιλι-μά-νι ουσ. (ουδ.) {λιμαν-ιού | -ιών} & (λόγ.) λιμήν (ο) {λιμένος} 1. φυσικό ή τεχνητό τμήμα ακτής ή σπανιότ. όχθης, κατάλληλο για αγκυροβόληση, φορτώσεις και εκφορτώσεις πλοίων ή σκαφών· συνεκδ. η πόλη στην οποία ανήκει ή η γύρω του περιοχή: απάνεμο/ασφαλές/γραφικό/κοσμοπολίτικο ~. Αλιευτικό (βλ. ιχθυόσκαλα)/διαμετακομιστικό/διεθνές/εθνικό/ελεύθερο (: χωρίς δασμούς)/εμπορευματικό/εμπορικό/εξαγωγικό/επιβατικό (βλ. ακτοπλοΐα)/ιδιωτικό/πετρελαϊκό/στρατιωτικό (βλ. ναύσταθμος) ~. ~ αναχώρησης/νηολόγησης/προορισμού/σκαφών αναψυχής (βλ. μαρίνα). Ανάπλαση/αποκλεισμός του ~ιού. Οι αποβάθρες/η είσοδος/οι προβλήτες (βλ. μόλος)/η στρατηγική θέση/ο φάρος/η χερσαία ζώνη του ~ιού. ~ια και αεροδρόμια. Αυξημένη η κίνηση στο ~ (του νησιού). (για πλεούμενο:) Αγκυροβόλησε/άραξε (= ελλιμενίστηκε)/μπήκε/ξεμπάρκαρε/προσέκρουσε στο ~. Ετοιμάζεται να αποπλεύσει/σαλπάρει από το ~. Δεμένα τα πλοία στα ~ια της χώρας, λόγω ισχυρών ανέμων (βλ. απαγορευτικό). Πβ. λιμένας, σκάλα. Βλ. λιμενο-βραχίονας, -λεκάνη, ντοκ, ψαρολίμανο.|| Βόλτα στο ~. Μένει στο ~. Έχει πολλή υγρασία στο ~. Πβ. επίνειο.2. (μτφ.) μέρος, κατάσταση ή πρόσωπο που προσφέρει ασφάλεια: ~ ζωής/σωτηρίας. Πβ. απάγκιο, αποκούμπι, άσυλο, καταφύγιο. ● Υποκ.: λιμανάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: πιάνει/πιάνουμε λιμάνι/στεριά (για πλοίο ή τους επιβάτες του): φτάνει/φτάνουμε σε λιμάνι. [< τουρκ. liman < μτγν. λιμένιον ‘λιμανάκι’< αρχ. λιμήν]
ψάρι
ψάριψά-ρι ουσ. (ουδ.) {ψαρ-ιού | -ιών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. κάθε σπονδυλωτό ζώο που ζει αποκλειστικά σε υδάτινο περιβάλλον, κινείται με πτερύγια, αναπνέει με βράγχια και το σώμα του καλύπτεται συνήθ. με λέπια: ~ια της θάλασσας/πελαγίσια ~ια (βλ. κολιός, μαγιάτικο). Λιμνίσια/ποταμίσια (= ποταμόψαρα) ~ια ή ~ια του γλυκού νερού (βλ. πέρκα, πέστροφα, χέλι). Αρπακτικά ή επιθετικά (βλ. τούρνα)/ενδημικά/ερμαφρόδιτα (βλ. μένουλα)/μεταναστευτικά (βλ. ξιφίας, τόνος3)/σαρκοφάγα (βλ. χειλού, μυλοκόπι)/τροπικά ~ια (βλ. τέτρα). ~ια του αφρού (= αφρόψαρα)/βυθού (βλ. πατόψαρο). ~ια (του) ενυδρείου (βλ. γλείφτης)/ιχθυοτροφείου. Χοντρό (βλ. συναγρίδα, σφυρίδα)/ψιλό (βλ. αθερίνα, γαύρος, μαρίδα) ~. Η ουρά του ~ιού. Κοπάδι ~ιών (βλ. σπάρος). Αλιεία/εκτροφή ή καλλιέργεια (= ιχθυο-τροφία, -καλλιέργεια· βλ. γόνος) ~ιών. Πβ. ιχθύς.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστό/πλακί/σούπα (= ψαρόσουπα)/τηγανητό/ψητό/ωμό (βλ. σούσι). ~ στα κάρβουνα/στη σχάρα/στον φούρνο. Καθαρίζω ~ια. Λιπαρά/παχιά ~ια (βλ. ρέγγα, σαρδέλα, σκουμπρί, σολομός, τσιπούρα). Διατροφή πλούσια σε ~ια (= ψαροφαγία).|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Καπνιστά/κατεψυγμένα/παστά/φρέσκα ή νωπά ~ια. Αβγά (βλ. αβγοτάραχο, ταραμάς, χαβιάρι)/φιλέτο ~ιού. ~ια και θαλασσινά. Βλ. ιχθυο-, -ψαρο, ψαρο-.2. (μτφ.-αργκό) αφελής, ευκολόπιστος, που μπορεί εύκολα να εξαπατηθεί: Α, ρε ~, έχαψες το παραμύθι που σου πούλησαν!3. (μτφ.-αργκό) άπειρος, πρωτάρης· (στη στρατιωτική αργκό) νεοσύλλεκτος. Πβ. αρχάριος, νέος, στραβάδι.4. ΑΣΤΡΟΛ. (προφ.) πρόσωπο που ανήκει στο ζώδιο των Ιχθύων. ● Υποκ.: ψαράκι (το): στη σημ. 1. Πβ. ιχθύδιο. ● Μεγεθ.: ψάρακας & ψάρακλας (ο): στις σημ. 2, 3., ψαρούκλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κεφαλιά-ψαράκι βλ. κεφαλιά ● ΦΡ.: σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό (προφ.): για κατάσταση αμηχανίας, ιδ. σε μη οικείο περιβάλλον: Στο πάρτι δεν ήξερα κανέναν, ήμουν ~ ~. Πβ. έξω από τα νερά μου., τι ψάρια θα πιάσουμε (μτφ.-προφ.): ποια θα είναι τα αποτελέσματα, τι θα καταφέρουμε: Για/άντε να δούμε ~ ~!, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό (παροιμ.): ο ισχυρότερος επικρατεί του ασθενέστερου. Πβ. ο νόμος της ζούγκλας., του έψησε/του έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη (μτφ.-προφ.): τον ταλαιπώρησε, τον παίδεψε αφάνταστα: Του έψησε ~ ~, μέχρι να δεχτεί. Μου έχεις ψήσει ~ ~ (: δεν σε αντέχω άλλο). Πβ. βγάζω σε κάποιον το λάδι, χορεύω (κάποιον) στο ταψί., τρέμει σαν (το) ψάρι (προφ.) 1. φοβάται πολύ, έχει τρομοκρατηθεί. 2. κρυώνει πολύ., τσίμπησε το ψάρι (μτφ.-προφ.): έπεσε στην παγίδα, κατάφεραν να τον εξαπατήσουν. Πβ. πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα., αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, βαφτίζει το κρέας ψάρι βλ. βαφτίζω, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< 1: μεσν. ψάρι < αρχ. ὀψάριον ‘προσφάγι’ (συμπεριλαμβανομένου του ψαριού) < αρχ. ὄψον ‘κρέας ψημένο στη φωτιά, προσφάγι (που τρώγεται με ψωμί, όπως το κρεμμύδι), εκλεκτό έδεσμα, όπως το ψάρι (κυρ. στην Αθήνα)’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.