Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • στρατήγημα στρα-τή-γη-μα ουσ. (ουδ.) {στρατηγήμ-ατα} 1. πολεμικό τέχνασμα: ευφυές ~. 2. (μτφ.) μέσο εξαπάτησης, εφεύρημα: ερμηνευτικό ~. Καταφεύγει σε ~ατα. Πβ. κόλπο, τερτίπι. [< 1: αρχ. στρατήγημα, γαλλ. stratagème, αγγλ. stratagem]