Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • στρεψοδικία στρε-ψο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συχνά σε δίκη) χρήση παραπλανητικών, ψευδών ή ευτελών επιχειρημάτων με σκοπό τη διαστρέβλωση της αλήθειας: Κατηγορείται για ~. Πβ. δικολαβία.|| (συνεκδ.) Προσπάθησε με ~ες και σοφιστείες να πείσει τους δικαστές. [< γερμ. Rechtsverdrehung]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.