Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • στρεψοδικία στρε-ψο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συχνά σε δίκη) χρήση παραπλανητικών, ψευδών ή ευτελών επιχειρημάτων με σκοπό τη διαστρέβλωση της αλήθειας: Κατηγορείται για ~. Πβ. δικολαβία.|| (συνεκδ.) Προσπάθησε με ~ες και σοφιστείες να πείσει τους δικαστές. [< γερμ. Rechtsverdrehung]