στρογγυλός , ή, ό στρογ-γυ-λός επίθ. & (λόγ.) στρογγύλος, η, ο: που έχει κυκλικό ή σφαιρικό σχήμα: ~ός: δίσκος/καθρέφτης (πβ. ροντέ)/καρπός (πορτοκαλιού)/σωλήνας. ~ή: βάση/κεφαλή (ενός εργαλείου)/μπάλα/μύτη (μαρκαδόρου)/ξυλεία (βλ. πριστή)/πέτρα/σκηνή θεάτρου/σφραγίδα/φόρμα. ~ό: καρβέλι/κουτί/πρόσωπο (βλ. μακρύ, οβάλ, τετράγωνο, ωοειδές)/ταψί. ~ά: γράμματα/γυαλιά/κουμπιά/μάτια (βλ. αμυγδαλωτά). Μπλούζα με ~ή λαιμόκοψη/~ό γιακά (βλ. βε). Κόψτε το αγγούρι σε ~ά κομμάτια/~ές φέτες. (ΑΝΑΤ.) Στρογγύλος μυς/σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οίνος με γεύση ~ή (= ήπια) και βελούδινη. Προτιμά τη λιτή διατύπωση, τον ~ό λόγο (= στρογγυλεμένο). ~ά: λόγια (= ωραιοποιημένα ή σαφή, ξεκάθαρα). ● Ουσ.: στρογγυλό (το): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τμήμα βοδινού ή μοσχαρίσιου κρέατος από τους μηρούς. ● Υποκ.: στρογγυλούτσικος , η, ο: που είναι σχεδόν στρογγυλός. ● επίρρ.: στρογγυλά ● ΣΥΜΠΛ.: συζήτηση στρογγυλής τραπέζης & στρογγυλό τραπέζι/στρογγυλή τράπεζα: (κυρ. στο πλαίσιο διάσκεψης, συμβουλίου ή συνεδρίου) συνάντηση-συζήτηση, συνήθ. μεταξύ ειδικών, πάνω σε συγκεκριμένο θέμα: Πραγματοποιήθηκε ~ ~ για τη βιοηθική. [< αγγλ. round table (discussion)] , στρογγυλή θεά βλ. θεά, στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός βλ. νούμερο [< μεσν. στρογγυλός]
θεά
θεάθε-ά ουσ. (θηλ.) 1. γυναικεία θεότητα: ελληνική/ινδική/ρωμαϊκή ~.2. (μτφ.-προφ.) εξαιρετικά όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα. Πβ. καλλονή, κόμματος, κούκλα. ● Μεγεθ.: θεάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλή θεά: η μπάλα του ποδοσφαίρου και κυρ. συνεκδ. το ποδόσφαιρο: Έρωτας/πάθος για τη ~ ~. ● βλ. θεός [< αρχ. θεά]
νούμερο
νούμερονού-με-ρο ουσ. (ουδ.) (συντομ. Νο, σημ. 1,2) (προφ.) 1. αριθμός: τυχαίο ~. Το μαγικό/τυχερό ~ του λαχείου. Περίπτωση ~ ένα/δύο. Παίκτης (με τη φανέλα) με το ~ ... Σε ποιο ~ (ενν. της οδού) μένει; Καλέσατε/πήρατε λάθος ~ (ενν. τηλεφώνου)! Ανέβηκε στο ~ δέκα της παγκόσμιας κατάταξης. Ποντάρω/στοιχηματίζω στο ~ τρία. Τι λένε τα ~α (= οι στατιστικές); Εκπομπή που κάνει/χτυπάει ~α (ενν. τηλεθέασης, έχει υψηλή θεαματικότητα). Βλ. numerus clausus.2. μέγεθος (που δηλώνεται με αριθμό ή γράμμα): μακαρόνια/ταψί ~ ... ~ παπουτσιών. -Τι ~ μπλούζα/παντελόνι/πουκάμισο/σακάκι φοράει;3. αυτοτελής σκηνή καλλιτεχνικού προγράμματος· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος ρόλος: ακροβατικό/απολαυστικό/θεαματικό/μουσικό/σατιρικό/χορευτικό ~. Επιθεωρησιακά ~α. Έκανε/εκτέλεσε/έπαιξε άψογα το ~ό του.4. (προφ.) πρόσωπο που γελοιοποιείται με τη συμπεριφορά του: Είναι μεγάλο ~ (πβ. καραγκιόζης, ψώνιο)! Βγήκε στα κανάλια και έγινε ~ (= ρεζίλι). ● Υποκ.: νουμεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός: ακέραιος αριθμός ή αυτός που τελειώνει σε ένα ή περισσότερα μηδενικά., γερμανικό (νούμερο) βλ. γερμανικός, μαγικό νούμερο βλ. μαγικός, πενταψήφια νούμερα/αριθμοί κλήσεων/τηλέφωνα, βλ. πενταψήφιος, σπασμένα νούμερα βλ. σπασμένος, τριψήφιος αριθμός/τριψήφιο νούμερο βλ. αριθμός ● ΦΡ.: (το) νούμερο ένα (No 1), για να δηλωθεί ότι 1. κάτι βρίσκεται στην κορυφή (των προτιμήσεων): οι ~ ~ ταξιδιωτικοί προορισμοί. Τραγούδι που είναι στο ~ ~ των τσαρτ.2. κάποιος είναι πρώτος στην ιεραρχία: Είναι το ~ ~ στην εταιρεία. [< αγγλ. the number one] , αρχίζει τα νούμερα/κάνει νούμερα (μτφ.-προφ.) 1. έχει ιδιότροπη συμπεριφορά: Μη μου κάνεις ~ (= κόλπα, κόνξες, σκέρτσα, τσαλίμια)!2. παρουσιάζει προβλήματα (στη λειτουργία του): Ο υπολογιστής μου άρχισε τα ~!, γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< μεσν. νούμερον, ιταλ. numero]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.