Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • στρογγυλός , ή, ό στρογ-γυ-λός επίθ. & (λόγ.) στρογγύλος, η, ο: που έχει κυκλικό ή σφαιρικό σχήμα: ~ός: δίσκος/καθρέφτης (πβ. ροντέ)/καρπός (πορτοκαλιού)/σωλήνας. ~ή: βάση/κεφαλή (ενός εργαλείου)/μπάλα/μύτη (μαρκαδόρου)/ξυλεία (βλ. πριστή)/πέτρα/σκηνή θεάτρου/σφραγίδα/φόρμα. ~ό: καρβέλι/κουτί/πρόσωπο (βλ. μακρύ, οβάλ, τετράγωνο, ωοειδές)/ταψί. ~ά: γράμματα/γυαλιά/κουμπιά/μάτια (βλ. αμυγδαλωτά). Μπλούζα με ~ή λαιμόκοψη/~ό γιακά (βλ. βε). Κόψτε το αγγούρι σε ~ά κομμάτια/~ές φέτες. (ΑΝΑΤ.) Στρογγύλος μυς/σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οίνος με γεύση ~ή (= ήπια) και βελούδινη. Προτιμά τη λιτή διατύπωση, τον ~ό λόγο (= στρογγυλεμένο). ~ά: λόγια (= ωραιοποιημένα ή σαφή, ξεκάθαρα). ● Ουσ.: στρογγυλό (το): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τμήμα βοδινού ή μοσχαρίσιου κρέατος από τους μηρούς. ● Υποκ.: στρογγυλούτσικος , η, ο: που είναι σχεδόν στρογγυλός. ● επίρρ.: στρογγυλά ● ΣΥΜΠΛ.: συζήτηση στρογγυλής τραπέζης & στρογγυλό τραπέζι/στρογγυλή τράπεζα: (κυρ. στο πλαίσιο διάσκεψης, συμβουλίου ή συνεδρίου) συνάντηση-συζήτηση, συνήθ. μεταξύ ειδικών, πάνω σε συγκεκριμένο θέμα: Πραγματοποιήθηκε ~ ~ για τη βιοηθική. [< αγγλ. round table (discussion)] , στρογγυλή θεά βλ. θεά, στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός βλ. νούμερο [< μεσν. στρογγυλός]

θεά

θεάθε-ά ουσ. (θηλ.) 1. γυναικεία θεότητα: ελληνική/ινδική/ρωμαϊκή ~. 2. (μτφ.-προφ.) εξαιρετικά όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα. Πβ. καλλονή, κόμματος, κούκλα. ● Μεγεθ.: θεάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλή θεά: η μπάλα του ποδοσφαίρου και κυρ. συνεκδ. το ποδόσφαιρο: Έρωτας/πάθος για τη ~ ~. ● βλ. θεός [< αρχ. θεά]

νούμερο

νούμερονού-με-ρο ουσ. (ουδ.) (συντομ. Νο, σημ. 1,2) (προφ.) 1. αριθμός: τυχαίο ~. Το μαγικό/τυχερό ~ του λαχείου. Περίπτωση ~ ένα/δύο. Παίκτης (με τη φανέλα) με το ~ ... Σε ποιο ~ (ενν. της οδού) μένει; Καλέσατε/πήρατε λάθος ~ (ενν. τηλεφώνου)! Ανέβηκε στο ~ δέκα της παγκόσμιας κατάταξης. Ποντάρω/στοιχηματίζω στο ~ τρία. Τι λένε τα ~α (= οι στατιστικές); Εκπομπή που κάνει/χτυπάει ~α (ενν. τηλεθέασης, έχει υψηλή θεαματικότητα). Βλ. numerus clausus. 2. μέγεθος (που δηλώνεται με αριθμό ή γράμμα): μακαρόνια/ταψί ~ ... ~ παπουτσιών. -Τι ~ μπλούζα/παντελόνι/πουκάμισο/σακάκι φοράει; 3. αυτοτελής σκηνή καλλιτεχνικού προγράμματος· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος ρόλος: ακροβατικό/απολαυστικό/θεαματικό/μουσικό/σατιρικό/χορευτικό ~. Επιθεωρησιακά ~α. Έκανε/εκτέλεσε/έπαιξε άψογα το ~ό του. 4. (προφ.) πρόσωπο που γελοιοποιείται με τη συμπεριφορά του: Είναι μεγάλο ~ (πβ. καραγκιόζης, ψώνιο)! Βγήκε στα κανάλια και έγινε ~ (= ρεζίλι). ● Υποκ.: νουμεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός: ακέραιος αριθμός ή αυτός που τελειώνει σε ένα ή περισσότερα μηδενικά., γερμανικό (νούμερο) βλ. γερμανικός, μαγικό νούμερο βλ. μαγικός, πενταψήφια νούμερα/αριθμοί κλήσεων/τηλέφωνα, βλ. πενταψήφιος, σπασμένα νούμερα βλ. σπασμένος, τριψήφιος αριθμός/τριψήφιο νούμερο βλ. αριθμός ● ΦΡ.: (το) νούμερο ένα (No 1), για να δηλωθεί ότι 1. κάτι βρίσκεται στην κορυφή (των προτιμήσεων): οι ~ ~ ταξιδιωτικοί προορισμοί. Τραγούδι που είναι στο ~ ~ των τσαρτ. 2. κάποιος είναι πρώτος στην ιεραρχία: Είναι το ~ ~ στην εταιρεία. [< αγγλ. the number one] , αρχίζει τα νούμερα/κάνει νούμερα (μτφ.-προφ.) 1. έχει ιδιότροπη συμπεριφορά: Μη μου κάνεις ~ (= κόλπα, κόνξες, σκέρτσα, τσαλίμια)! 2. παρουσιάζει προβλήματα (στη λειτουργία του): Ο υπολογιστής μου άρχισε τα ~!, γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< μεσν. νούμερον, ιταλ. numero]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.