Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • στροφή στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. μεταβολή κατεύθυνσης, πορείας: ~ του κεφαλιού/του σώματος (ΣΥΝ. γύρισμα, στρίψιμο). Κοφτές ~ές. (συνήθ. για όχημα) Ακτίνα/ταχύτητα ~ής. Ο οδηγός έκανε/πήρε ~ (= έστριψε). Απαγορεύεται η αριστερή/επί τόπου ~ (= ανα~). Βλ. υπερ~, υπο~.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ των ανέμων σε νοτιοδυτικούς. (ΑΘΛ.) Ακυρώθηκε για αντικανονική ~ στο πρόσθιο. (ΙΑΤΡ.) Έσω ~ κνήμης. (ΚΤΗΝ.) ~ στομάχου σε σκύλους (πβ. συ~). 2. (μτφ.) αλλαγή στάσης, τακτικής, προτίμησης, μεταστροφή: άμεση/γενική/δραματική/ιστορική/μαζική/προοδευτική/ριζική/στρατηγική/συνολική ~. ~ προς τα πίσω. Δεξιά/συντηρητική ~ ενός κόμματος. ~ του ενδιαφέροντος/των καταναλωτών στα βιολογικά προϊόντα. Ανάγκη ~ής της κυβερνητικής πολιτικής. Σημείο ~ής (= καμπής) στην ιστορία (πβ. ορόσημο, σταθμός). Έκανε ~ (καριέρας) στο τραγούδι. Οι κλιματικές αλλαγές επιβάλλουν τη ~ προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Βλ. δια~. 3. καμπή δρόμου: ανοιχτή/απότομη/αριστερή/δεξιά/επικίνδυνη/κλειστή (= φουρκέτα)/τυφλή ~. ~ές διαδρομής/πίστας. Ο δρόμος είναι ορεινός, γεμάτος ~ές/με συνεχείς ~ές. Απαγορεύεται η προσπέραση κοντά σε/δεν φρενάρουμε πάνω σε ~. Ζαλίζομαι στις ~ές. Η μοτοσικλέτα έγειρε προς το εσωτερικό της ~ής. Πβ. κούρμπα.|| (μτφ.) Δυο ~ές (: αγωνιστικές) πριν τη λήξη του πρωταθλήματος. 4. περιστροφή· (ειδικότ. στον πληθ.) οι περιστροφές ανά λεπτό που εκτελεί εξάρτημα μηχανήματος ή συσκευής: μισή/πλήρης ~ (βλ. πιρουέτα). Οι ~ές της βίδας (ΣΥΝ. βόλτες). (αργκό) Σηκώθηκε και έριξε τις ~ές του στην πίστα (= χόρεψε).|| Υψηλές/χαμηλές ~ές (λειτουργίας). Ανεμογεννήτρια μεταβλητών ~ών. Αυξάνω/μειώνω/ρυθμίζω τις ~ές/την ταχύτητα των ~ών του ανεμιστήρα. (κυρ. για κινητήρα οχήματος) Μικρός κύκλος ~ής. Μεγάλο εύρος ~ών.|| (παλαιότ.) Δίσκος εβδομήντα οκτώ/σαράντα πέντε ~ών.|| (ΜΑΘ.-ΦΥΣ.) Γωνία ~ής. 5. ΜΕΤΡ. (σε ποίημα ή τραγούδι) σύνολο από δύο ή περισσότερους στίχους με ρυθμική ή και θεματική ενότητα: δίστιχη/τετράστιχη ~. Η πρώτη ~ έχει πλεχτή ομοιοκαταληξία. ● ΣΥΜΠΛ.: Κοπερνίκεια επανάσταση βλ. κοπερνίκειος ● ΦΡ.: (κάνω) στροφή 180 μοιρών (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ριζική μεταβολή, αναθεώρηση: Έκανε ~ ~ και δέχτηκε τον συμβιβασμό., παίρνει στροφές: για μηχάνημα που περιστρέφεται ή γενικότ. που λειτουργεί: Το ανεμιστηράκι αργεί να πάρει ~., παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές (προφ.): σκέφτεται έξυπνα ή αρχίζει να αντιλαμβάνεται: Δεν ~ ~ εύκολα. Ξαφνικά το μυαλό μου πήρε ~ και τα κατάλαβα όλα. Πβ. στροφάρω., ρίχνει (τις) στροφές 1. & ρίχνει (τους) ρυθμούς/την ταχύτητα: (προφ.-μτφ.) πέφτει η απόδοση: Παρά το καλό ξεκίνημα, η ομάδα έχει ρίξει ~ με τρεις συνεχόμενες ήττες. ΑΝΤ. ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς (2) 2. (για μηχάνημα, συσκευή) μειώνει τον αριθμό των στροφών: Στην ανηφόρα ο κινητήρας άρχισε να ~ ~., χάνει στροφές (προφ.) 1. για συσκευή που περιστρέφεται με ταχύτητα μικρότερη της φυσιολογικής ή κατ' επέκτ. δυσλειτουργεί: Το παλιό μου πικάπ έχει αρχίσει να ~ ~. 2. (μτφ.) δεν σκέφτεται γρήγορα, είναι χαζός: Το μυαλό του ~ ~., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς βλ. ανεβάζω, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ. ανοιχτά, περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή βλ. γωνία, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα βλ. αιώνας [< 1,2,3,5: αρχ. στροφή 4: γαλλ. tour 5: γαλλ.-αγγλ. strophe]

Περασμενο

Περασμενο[αἰώνας] αι-ώ-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} (συντομ. αι.) 1. χρονική περίοδος εκατό ετών ή ειδικότ. καθεμιά από τις διαδοχικές περιόδους εκατό χρόνων στο σημερινό χρονολογικό σύστημα (με βάση τη γέννηση του Χριστού) και συνεκδ. περίοδος, θεωρούμενη ως ιστορική ή πολιτισμική ενότητα, που σηματοδοτείται από μια προσωπικότητα ή από ένα σημαντικό γεγονός: έναν ~α αργότερα/μετά/νωρίτερα. Από ~ες/προ ~ων. Πριν από έναν ~α. Μισός ~ (: πενήντα χρόνια) εξελίξεων. Στο πέρασμα των ~ων. Ένας ολόκληρος ~ πέρασε από τότε που ... Η πόλη μας συμπληρώνει έναν ~α ζωής. ΣΥΝ. εκατονταετία.|| Ο επόμενος/περασμένος/προηγούμενος ~. Εικοστός πρώτος ~ (: ο ~ μας). Στις αρχές/στα μέσα/στα τέλη του ~α. Η αλλαγή/το τελευταίο τέταρτο του ~α. (καθ' υπερβολή:) Η αγορά του ~α (: η πιο δαπανηρή και εντυπωσιακή, κυρ. μαχητικών αεροσκαφών). Η ανακάλυψη του ~α (: η πιο σημαντική).|| O ~ (= εποχή) του ανθρωπισμού/διαφωτισμού/ρομαντισμού. Πβ. ημέρες, καιρός, κεφάλαιο, χρόνοι. 2. (οικ.) υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα (για κάτι): Περίμενα έναν ~α να δω αύξηση! Δευτερόλεπτα αγωνίας που του φάνηκαν ~. 3. ΓΕΩΛ. καθεμιά από τις μεγάλες περιόδους στις οποίες διαιρείται ο χρόνος της δημιουργίας και εξέλιξης του πλανήτη Γη: γεωλογικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μέλλων/μέλλοντικός αιώνας: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια ζωή: ο Πατήρ/το φως του ~οντος ~ος., χρυσός αιώνας & (λόγ.) χρυσούς αιών: ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακμή, κυρ. στις τέχνες και τα γράμματα: ο ~ ~ του Περικλή/της Αθήνας (: ο 5ος π.Χ. αι.). (ειρων.) Ο ~ ~ της παραπληροφόρησης. Πβ. χρυσή εποχή., αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος βλ. αζωικός, αργυρός αιώνας βλ. αργυρός, αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός, καινοζωικός αιώνας βλ. καινοζωικός, κοσμικός αιώνας βλ. κοσμικός, μεσοζωικός αιώνας βλ. μεσοζωικός, ο Αιώνας των Φώτων βλ. φως, παλαιοζωικός αιώνας βλ. παλαιοζωικός ● ΦΡ.: αιώνες τώρα: από πολύ παλιά, εδώ και πολλές εκατονταετίες. ΣΥΝ. επί αιώνες, ανά τους/μέσα στους αιώνες & (λόγ.) διά μέσου/μέσω των αιώνων: κατά τη διάρκεια, στο πέρασμα των εκατονταετιών: το θέατρο ~ ~. Η εξέλιξη της ελληνικής γραφής ~ ~., επί αιώνες (λόγ.): για πάρα πολλά χρόνια: Άντεξε ~ ~ στις επιδρομές. Η ~ ~ αντιπαράθεση. ΣΥΝ. αιώνες τώρα, σε άλλον αιώνα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-χιουμορ.): σε διαφορετική, παλαιότερη εποχή: Καλά! Ζει ~ ~!, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα: κατά την αλλαγή του αιώνα: Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τον κόσμο στο ~ ~. [< αγγλ. at the turn of the century] , στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα & (αρχαιοπρ.) εις τους αιώνας των αιώνων/εις τον αιώνα του αιώνος/εις τον αιώνα τον άπαντα 1. (εμφατ. σε καταφατικές προτάσεις) παντοτινά, για πάντα, αιωνίως: Έργα που μένουν ~ ~. Πβ. επ΄ άπειρον, εσαεί, στο διηνεκές. 2. (εμφατ. σε αρνητικές προτάσεις) ποτέ: Ερωτήματα στα οποία δεν πρόκειται να βρούμε απαντήσεις ~ ~. Πβ. του Αγίου Ποτέ. , χάνεται στους αιώνες: για κάτι που έχει πλούσιο παρελθόν, μακραίωνη ιστορία και παράδοση: Χώρα με πολιτισμό που ~ ~., μέχρι συντελείας του αιώνος βλ. συντέλεια, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος [< 1: γαλλ. siècle 2: αρχ. αἰών 3: γαλλ. âge, ère , αγγλ. age, era]

ανάποδος

ανάποδος, η, ο [ἀνάποδος] α-νά-πο-δος επίθ. (προφ.) 1. τοποθετημένος ή κινούμενος αντίθετα από το κανονικό: ~η: βελονιά/γραφή/μεριά/όψη/πλευρά. ~ο: τρίγωνο.|| ~η: τούμπα. ~ες: κινήσεις. Με ~η φορά. Πβ. ανά-, αντί-στροφος, αντίθετος. 2. (μτφ.-για πρόσ.) δύστροπος, στριμμένος: ~ος: άνθρωπος. Στρυφνός/γρουσούζης κι ~. Πβ. ιδιότροπος. 3. (μτφ.) δυσμενής, αντίξοος: ~ος: καιρός. Τι ~η μέρα κι αυτή! Όλα πήγαν στραβά. ΑΝΤ. αίσιος, ευνοϊκός (3) ● Ουσ.: ανάποδο (το): αντίστροφο, αντίθετο: Παρουσιάζει το μαύρο άσπρο και το ~. Κάνει το ~ απ' αυτό που πρέπει. Ισχύει το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (ανάποδο) ψαλίδι βλ. ψαλίδι, ανάποδο τιμόνι βλ. τιμόνι ● ΦΡ.: παίρνω ανάποδες (στροφές) (αργκό): θυμώνω πολύ, εξοργίζομαι., τα στραβά και τ' ανάποδα (μτφ.): τα κακώς κείμενα, οι αρνητικές πλευρές μιας κατάστασης: Αποκαλύπτει ~ ~., κακός, ψυχρός κι ανάποδος βλ. ψυχρός ● βλ. ανάποδη [< μεσν. ανάποδος]

ανεβάζω

ανεβάζω[ἀνεβάζω] α-νε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ανέβα-σα, ανεβά-σει -σμένος, ανεβάζ-οντας} 1. μετακινώ ή σηκώνω κάποιον ή κάτι από κάτω προς τα πάνω· μεταφέρω κάποιον από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ τη βαλίτσα/τον γιακά/τον διακόπτη/το κιβώτιο/τα μανίκια/τον μοχλό/τα πράγματα. Την ~σε στο λεωφορείο (= τη βοήθησε ν' ανέβει, πβ. επιβιβάζω). Με ~σαν σε μια σωστική λέμβο.|| (προφ.) Θα σ' ~σω εγώ από το λιμάνι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Πολλές σύνθετες λέξεις ~ουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα (: τον μεταφέρουν σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. αυξάνω, υψώνω: ~ τα δίδακτρα/την ένταση (= δυναμώνω)/τα κέρδη/το κόστος/τους μισθούς/τα νοίκια/την παραγωγικότητα/την ποιότητα/την τηλεθέαση/τον τόνο της φωνής/τους φόρους (ΑΝΤ. μειώνω). Κάθε νίκη μάς ~ει το ηθικό (πβ. εξυψώνω). Τα νέα προϊόντα ~ουν σε ψηλά επίπεδα την εικόνα της επιχείρησης. ~σε την ομάδα του στην κορυφή της βαθμολογίας (πβ. προάγω, προβιβάζω). ~σε πίεση/πυρετό (: αυξήθηκε η πίεση/η θερμοκρασία του σώματός του). Έχει ~σει την απόδοσή του. ~σμένη: θερμοκρασία/τιμή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ ψηλότερα έναν φθόγγο. 3. μεταφέρω δεδομένα ή προγράμματα από περιφερειακό σε κεντρικό σύστημα, από προσωπικό υπολογιστή σε απομακρυσμένο σταθμό εργασίας: ~ αρχεία στο διαδίκτυο/στην ιστοσελίδα/στο σάιτ. 4. (προφ.) προκαλώ ψυχική ευφορία: Το φαγητό μάς ~ει (= φτιάχνει, ΑΝΤ. χαλάει/ρίχνει). Με ~σαν τα καλά σου λόγια. Με τόσο ωραία ατμόσφαιρα νιώθω ~σμένος (πβ. χάι). Η διάθεσή/ψυχολογία μου είναι ~σμένη (: είμαι στα πάνω μου). Ξεσηκώνει τα πλήθη με την πιο ~σμένη μουσική (: μοντέρνα μουσική που προκαλεί κέφι). 5. {στο γ' πρόσ.} υπολογίζω, λογαριάζω (για ποσότητα που αποδεικνύεται μεγαλύτερη απ' ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί): Αξιωματούχοι της Αστυνομίας ~ουν τον συνολικό αριθμό των νεκρών σε ... (= εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε ...). 6. παρουσιάζω θεατρική παράσταση στο κοινό: ~ δράμα/κωμωδία/μιούζικαλ/παράσταση/τραγωδία. Η θεατρική ομάδα έχει ~σει (= παίξει) με μεγάλη επιτυχία έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Βλ. σκηνοθετώ. ● ΦΡ.: ανεβάζει το θερμόμετρο (μτφ.) για κάτι που προκαλεί 1. αντιπαραθέσεις, εντείνει τα πάθη: Η απαγόρευση ~σε ~ στα ύψη. 2. πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: Η έκδοση των έντοκων γραμματίων ~σε ~ στην αγορά., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς 1. επιταχύνω, αυξάνω: Ο κινητήρας ~ει τις στροφές του. 2. (μτφ.) βελτιώνω την απόδοσή μου: ~ει ταχύτητα η οικονομία (= αναπτύσσεται). Στο δεύτερο ημίχρονο η ομάδα ~σε ρυθμούς και συνέτριψε την αντίπαλό της., ανεβάζω κάποιον στα μάτια/στην εκτίμηση κάποιου: τον εξυψώνω από ηθική άποψη: Η πράξη του τον ~σε στα μάτια του κόσμου. Οι δηλώσεις της την ~σαν στην εκτίμησή μου. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στα ουράνια (μτφ.) 1. τον αποθεώνω, εγκωμιάζω: Τον ~σαν ~, αναγνωρίζοντας το ήθος του. 2. του προκαλώ ψυχική ευφορία, ανάταση: Η αναγνώριση/η επιδοκιμασία/η επιτυχία σε ~ει ~. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο: ΙΣΤ. τον αναγορεύω ηγέτη ή βασιλιά: Ο απελευθερωτικός πόλεμος ~σε στην εξουσία τις εθνικές δυνάμεις της χώρας., ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη (μτφ.) 1. αυξάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Η νίκη ~σε ~ την αυτοπεποίθησή τους. Βλ. εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη. 2. συντελώ ώστε να αποκτήσει κάποιος ή κάτι μεγάλη φήμη ή αξία: Με την εργατικότητά της ~σε την επιχείρηση ~. Πβ. απογειώνω. 3. προκαλώ σε κάποιον ψυχική ανάταση: Η ερμηνεία της ~σε το κοινό ~., ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) (μτφ.) 1. βελτιώνω το επίπεδο ή θέτω υψηλότερους στόχους: Με το κύρος σας έχετε ~σει ~ πολύ ψηλά. Βάζουμε υψηλούς στόχους, ~ουμε ~ ψηλά. 2. (+ γεν.) αυξάνω: Έχουν ~σει ~ των απαιτήσεων/των διεκδικήσεών/των προσδοκιών τους. Βλ. ανεβαίνω., τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει (προφ.-εμφατ.): αποκαλεί, προσφωνεί, χαρακτηρίζει κάποιον διαρκώς: (για να δηλωθεί η αρνητική συνήθ. πλευρά προσώπου) Ρεμάλι τον ~ουν, ρεμάλι τον ~ουν., ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, ανεβάζω κάποιον στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός, ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση βλ. αίμα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω [< μεσν. ανεβάζω, 3: αγγλ. upload, 1977, 6: γαλλ. monter]

ανοιχτά

ανοιχτά[ἀνοιχτά] α-νοι-χτά επίρρ. & ανοικτά 1. χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές, ξεκάθαρα, με παρρησία: Ας μιλήσουμε ~! Διακηρύσσει/λέει ~ τις απόψεις του (= ελεύθερα, χωρίς φόβο). Καταγγέλλει/κατηγορεί/(υπο)στηρίζει ~ την κυβέρνηση. Εξέφρασε ~ την αντίθεσή του. Διαφώνησε ~ με ... Καταφέρθηκε ~ εναντίον του ... Πήρε ~ το μέρος τους. Πβ. απερίφραστα, ευθέως, στα ίσα. 2. για κατάστημα, υπηρεσία, μουσείο που παραμένει σε λειτουργία, δεν κλείνει: Είμαστε ~ από... έως.../κατά τη διάρκεια των εορτών/όλη τη μέρα.|| (κατ' επέκτ.) Άφησε ~, για να αεριστεί το δωμάτιο (: άνοιξε την πόρτα ή το παράθυρο). 3. με φανερό τρόπο: Φλερτάρει ~. ● ΦΡ.: παίρνω ανοιχτά τη στροφή (προφ.): στρίβω το αυτοκίνητο ή τη μηχανή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απέχει αρκετά από την εσωτερική πλευρά του δρόμου.

γωνία

γωνίαγω-νί-α ουσ. (θηλ.) {γωνι-ών} 1. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής μεταξύ δύο ευθειών ή επιπέδων και το αντίστοιχο γεωμετρικό σχήμα: δίεδρη/εξωτερική/επίπεδη/κεντρική/λοξή/πολύεδρη/στερεά/σφαιρική ~. Προσκείμενες ~ες. ~ βάσης/κατεύθυνσης (: μεταξύ δεδομένης ευθείας και άξονα αναφοράς). Διχοτόμηση ~ας. Βλ. ακμή.|| (ΦΥΣ.) Μεταβαλλόμενη/σταθερή ~. ~ ανάκλασης (: που σχηματίζεται μεταξύ της ανακλώμενης ακτίνας και μιας κάθετης γραμμής)/διάθλασης (: που σχηματίζεται μεταξύ της διαθλώμενης ακτίνας και της κανονικής)/πρόσπτωσης. ~ ανύψωσης (: μεταξύ των γραμμών του βλέμματος και του ορίζοντα, για αντικείμενα που βρίσκονται πάνω από αυτόν)/βύθισης (: για αντικείμενα κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα). ~ απόκλισης (: που σχηματίζουν οι ευθείες που συνδέουν το κέντρο αναφοράς με το κέντρο του δέκτη και με αυτό της πηγής φωτισμού)/έγκλισης. ~ ακτινοβολίας/αναφοράς/ανόδου (αεροσκάφους)/εκπομπής/εκτόξευσης/εκτροπής/θέασης/καθόδου/τριβής. 2. εσοχή ή εξοχή που διαμορφώνουν δύο τεμνόμενες ευθείες, επιφάνειες (ιδ. οδοί, τοίχοι, πλευρές αντικειμένου): Θα σε περιμένω/ραντεβού στη ~. Εμφανίστηκε/φάνηκε από τη ~. Στρίψε στη ~ (πβ. στροφή). Το κατάστημα είναι (στη) ~ (των οδών) ... και ... (πβ. συμβολή). Mένω δύο ~ες πιο κάτω (βλ. οικοδομικό τετράγωνο). Βλ. οπισθο~.|| Βάλε το κομοδίνο στη ~ (του δωματίου). Βλ. άκρη.|| (ΑΘΛ.) ~ του γηπέδου (= κόρνερ)/του τέρματος.|| Στρογγυλή ~ επίπλου. Η αριστερή/δεξιά/κάτω/πάνω ~ της οθόνης. Οι καναπέδες σχηματίζουν ~. Χτύπησα στη ~ του τραπεζιού. Προστατευτικά ~ών.|| ~ γλυκού/πίτας/ψωμιού (: το ακριανό κομμάτι).|| Πρόσωπο με ~ες (= γωνιώδες).|| (σημείο από το οποίο παρατηρεί κάποιος κάτι:) Από ποια ~ τράβηξες το πλάνο; (ΚΙΝΗΜ.-ΦΩΤΟΓΡ.) ~ λήψης (βλ. οπτικό πεδίο). 3. όργανο χάραξης ορθών γωνιών· κατ' επέκτ. κάθε γωνιώδες εξάρτημα, αξεσουάρ ή τούβλο για το αντίστοιχο σημείο του τοίχου: μεταβλητή ~. Πβ. ταυ.|| ~ στερέωσης/στήριξης/σύνδεσης (βλ. τακάκια, τάκος). Προστατευτικές ~ες (π.χ. από τσόχα). Βλ. σιδηρο~.|| ~ες βιβλίων. Πβ. βιβλιοστάτης. ΣΥΝ. τρίγωνο (5) ● ΣΥΜΠΛ.: εκτός/εντός εναλλάξ γωνίες: ΓΕΩΜ. δύο γωνίες που σχηματίζονται, όταν δύο ευθείες α, β τέμνονται από τρίτη γ και βρίσκονται εκτός των α, β (εκτός) ή μεταξύ τους (εντός), σε διαφορετικό όμως ημιεπίπεδο ως προς τη γ· είναι ίσες μόνο αν οι α και β είναι παράλληλες μεταξύ τους., εντός, εκτός και επί τα αυτά (γωνίες) 1. ΓΕΩΜ. δύο γωνίες που σχηματίζονται όταν δύο ευθείες α και β τέμνονται από τρίτη γ και η μία βρίσκεται μεταξύ των α και β (εντός), η άλλη εκτός αυτών και οι δύο στο ίδιο ημιεπίπεδο ως προς τη γ· είναι ίσες, μόνο αν οι α και β είναι παράλληλες μεταξύ τους. 2. (μτφ.) μέσα και έξω, στο εσωτερικό και το εξωτερικό: ~ ~ της χώρας., κατά κορυφήν γωνίες: ΓΕΩΜ. που έχουν κοινή κορυφή και οι πλευρές της μίας αποτελούν προεκτάσεις των πλευρών της άλλης., οπτική γωνία: τρόπος θεώρησης ενός ζητήματος: Πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ ~. Αποκλίνουσες/διαφορετικές ~ές (~ες). Αλλαγή ~ής ~ας. Υπό ορισμένη/συγκεκριμένη ~ ~. Kοιτάζω/παρουσιάζω/προσεγγίζω το θέμα (κάτω/μέσα) από άλλη/νέα ~ ~. Εξαρτάται από την ~ ~ που βλέπεις τα πράγματα. Όλα είναι ζήτημα ~ής ~ας. Πβ. πλευρά, πρίσμα, σκοπιά. [< γαλλ. point de vue] , αμβλεία γωνία βλ. αμβλύς, διαδοχικές γωνίες βλ. διαδοχικός, ευθεία γωνία βλ. ευθύς, εφεξής γωνίες βλ. εφεξής, ημίτονο γωνίας βλ. ημίτονο, κλειστή γωνία βλ. κλειστός, κορυφή γωνίας βλ. κορυφή, νεκρή γωνία βλ. νεκρός, οξεία γωνία βλ. οξύς, ορθή γωνία βλ. ορθός, παραλλακτική γωνία βλ. παραλλακτικός, παραπληρωματικές γωνίες βλ. παραπληρωματικός, συμπληρωματικές γωνίες βλ. συμπληρωματικός, ωριαία γωνία βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον/κάτι) στη γωνία (μτφ.-προφ.): τον παραμερίζω, τον περιθωριοποιώ. Πβ. παραγκωνίζω., περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή (μτφ.-προφ.): περιμένω την ευκαιρία να τον ξεμπροστιάσω, να εξηγηθώ μαζί του ή να τον βλάψω. Πβ. του την έχω στήσει/στημένη. [< γαλλ. attendre quelqu'un au tournant] , πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι (ειρων.): έκφραση που απευθύνεται σε κάποιον που κάνει τον έξυπνο., στριμώχνω κάποιον στη γωνία (μτφ.-προφ.): τον φέρνω σε δύσκολη θέση: Τον στρίμωξε ~ ~ και δεν μπόρεσε να πει κουβέντα., υπό γωνία: από/σε σημείο που να σχηματίζει γωνία: εξέταση/θέαση/λήψη/προβολή ~ ~ (πβ. λοξά). [< αρχ. γωνία, γαλλ.-αγγλ. angle]

κοπερνίκειος

κοπερνίκειος, α/ος, ο κο-περ-νί-κει-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Κοπερνίκεια επανάσταση & κοπερνίκεια στροφή: ΦΙΛΟΣ. ανατροπή των αστρονομικών θεωριών, που εισήγαγε ο Κοπέρνικος με το ηλιοκεντρικό του σύστημα και ιδ. κατ' επέκτ. κάθε σημαντική καινοτομία. [< γαλλ. copernicien]