Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • στρύχνος στρύ-χνος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. θάμνος ή μικρό δέντρο των τροπικών περιοχών που ανήκει στο γένος των αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών· οι καρποί ενός από τα είδη του (επιστ. ονομασ. Strychnos nux-vomica) περιέχουν στρυχνίνη. Βλ. στύφνος. [< μτγν. στρύχνον, στρύχνος]

στύφνος

στύφνοςστύφ-νος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. πικρό χόρτο (επιστ. ονομασ. Solanum nigrum) που περιέχει σολανίνη, του οποίου τρώγονται μόνο οι τρυφερές κορυφές. Βλ. στρύχνος. [< μτγν. στρύφνος]