Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συγγνώμη συγ-γνώ-μη ουσ. (θηλ.) (πρόφ. siŋγnómi) & συγνώμη (πρόφ. siγnómi) 1. (κυρ. ως επιφών.) με συγχωρείς/συγχωρείτε· ειδικότ., στην αρχή του λόγου, για ευγενική έκφραση αιτήματος, ερώτησης, παράκλησης ή (συνήθ. + αλλά) για δήλωση αντίρρησης, άρνησης, αγανάκτησης ή ειρωνείας: ~, δεν θα επαναληφθεί/δεν το εννοούσα/δεν το ήθελα/έκανα λάθος. (επιτατ.) Χίλια ~! ~ για την καθυστέρηση/την ταλαιπωρία/το ύφος μου/χθες. ~ αν/που γίνομαι αγενής/διακόπτω/ενοχλώ/σας κούρασα. (για γλωσσική παραδρομή) Μου φέρνεις το μαχαίρι; ~, το πιρούνι ήθελα να πω.|| ~, έρχεστε λιγάκι/μπορείτε να επαναλάβετε/να βγω έξω/να πω κάτι/ξέρετε τι ώρα είναι;|| ~, αλλά δεν μπορείτε να μπείτε χωρίς εισιτήριο. ~, δεν θα πάρω. ~, αλλά δεν καταλαβαίνω πού είναι το πρόβλημα. ~, αλλά έφταιγες κι εσύ. ~, δηλαδή, τσακωθήκατε για κάτι τόσο ασήμαντο; Πβ. με το συμπάθιο, παρντόν, σόρι. 2. έκφραση μεταμέλειας για συγχώρηση σφάλματος: ειλικρινής/έμπρακτη/οφειλόμενη ~. Σου ζητώ (ταπεινά) ~. Μου χρωστάς μια ~. Οφείλω μια μεγάλη ~ σε όλους σας. Δεν είπε ούτε μια ~. Η δημόσια ~ του … Ζήτησε δημόσια ~. Αρνήθηκε να δεχθεί τη ~ της (: να τη συγχωρήσει). 3. ΝΟΜ. (στο Αστικό Δίκαιο) άτυπη δήλωση βούλησης με την οποία συγχωρείται ορισμένη συμπεριφορά που έχει νομικές συνέπειες. [< αρχ. συγγνώμη, γαλλ. pardon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.