συγγνώμη συγ-γνώ-μη ουσ. (θηλ.) (πρόφ. siŋγnómi) & συγνώμη (πρόφ. siγnómi) 1. (κυρ. ως επιφών.) με συγχωρείς/συγχωρείτε· ειδικότ., στην αρχή του λόγου, για ευγενική έκφραση αιτήματος, ερώτησης, παράκλησης ή (συνήθ. + αλλά) για δήλωση αντίρρησης, άρνησης, αγανάκτησης ή ειρωνείας: ~, δεν θα επαναληφθεί/δεν το εννοούσα/δεν το ήθελα/έκανα λάθος. (επιτατ.) Χίλια ~! ~ για την καθυστέρηση/την ταλαιπωρία/το ύφος μου/χθες. ~ αν/που γίνομαι αγενής/διακόπτω/ενοχλώ/σας κούρασα. (για γλωσσική παραδρομή) Μου φέρνεις το μαχαίρι; ~, το πιρούνι ήθελα να πω.|| ~, έρχεστε λιγάκι/μπορείτε να επαναλάβετε/να βγω έξω/να πω κάτι/ξέρετε τι ώρα είναι;|| ~, αλλά δεν μπορείτε να μπείτε χωρίς εισιτήριο. ~, δεν θα πάρω. ~, αλλά δεν καταλαβαίνω πού είναι το πρόβλημα. ~, αλλά έφταιγες κι εσύ. ~, δηλαδή, τσακωθήκατε για κάτι τόσο ασήμαντο; Πβ. με το συμπάθιο, παρντόν, σόρι.2. έκφραση μεταμέλειας για συγχώρηση σφάλματος: ειλικρινής/έμπρακτη/οφειλόμενη ~. Σου ζητώ (ταπεινά) ~. Μου χρωστάς μια ~. Οφείλω μια μεγάλη ~ σε όλους σας. Δεν είπε ούτε μια ~. Η δημόσια ~ του … Ζήτησε δημόσια ~. Αρνήθηκε να δεχθεί τη ~ της (: να τη συγχωρήσει).3. ΝΟΜ. (στο Αστικό Δίκαιο) άτυπη δήλωση βούλησης με την οποία συγχωρείται ορισμένη συμπεριφορά που έχει νομικές συνέπειες. [< αρχ. συγγνώμη, γαλλ. pardon]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.