Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σύγκαλα σύ-γκα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {χωρ. άλλους τ.} & συγκαλά: διανοητική και ψυχική ισορροπία: Δεν είσαι στα ~ά σου (= δεν είσαι με τα καλά/σωστά σου). Κυρ. στη ● ΦΡ.: έρχομαι στα σύγκαλά/στα λογικά μου (προφ.): ανακτώ την πνευματική μου διαύγεια, αρχίζω να σκέφτομαι συνετά: Έλα ~ ~ σου (= λογικέψου, σύνελθε)!

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.