Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συγυρίζω συ-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συγύρι-σα, συγυρί-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος, συγυρίζ-οντας} (προφ.) 1. συμμαζεύω, τακτοποιώ: ~ το γραφείο/τα εργαλεία/τα κρεβάτια/την ντουλάπα/το σπίτι/τα συρτάρια. ~σε το δωμάτιό σου. Θέλω να ~σω λίγο. Το βρήκα ~οντας τα παιχνίδια των παιδιών. Αφήνει πάντα την κουζίνα καθαρή και ~σμένη (ΑΝΤ. ακατάστατη, ασυγύριστη, ασυμμάζευτη, ατακτοποίητη). Πβ. ευπρεπίζω.|| (μτφ.) Μάταια προσπάθησε να ~σει τα δημόσια οικονομικά. ΣΥΝ. νοικοκυρεύω (2) ΑΝΤ. ανακατεύω (3), αναστατώνω (3) 2. (μτφ.) επαναφέρω κάποιον στην τάξη, επιπλήττοντας ή τιμωρώντας τον, συμμορφώνω: (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~σω εγώ (= θα σε φτιάξω, θα σου δείξω)! Θα σε ~σει μια χαρά κι εσένα! Τον ~σα καλά! ΣΥΝ. κανονίζω (3), περιποιούμαι (3), τακτοποιώ (3) ● Παθ.: συγυρίζομαι: φροντίζω την εμφάνισή μου, περιποιούμαι τον εαυτό μου: Πώς είσαι έτσι; Συγυρίσου λιγάκι! Πβ. καλλωπίζομαι, στολίζομαι. ΣΥΝ. σουλουπώνομαι, φτιάχνομαι (1) [< 1: 16ος αι.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.