συγυρίζω συ-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συγύρι-σα, συγυρί-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος, συγυρίζ-οντας} (προφ.) 1. συμμαζεύω, τακτοποιώ: ~ το γραφείο/τα εργαλεία/τα κρεβάτια/την ντουλάπα/το σπίτι/τα συρτάρια. ~σε το δωμάτιό σου. Θέλω να ~σω λίγο. Το βρήκα ~οντας τα παιχνίδια των παιδιών. Αφήνει πάντα την κουζίνα καθαρή και ~σμένη (ΑΝΤ. ακατάστατη, ασυγύριστη, ασυμμάζευτη, ατακτοποίητη). Πβ. ευπρεπίζω.|| (μτφ.) Μάταια προσπάθησε να ~σει τα δημόσια οικονομικά. ΣΥΝ. νοικοκυρεύω (2) ΑΝΤ. ανακατεύω (3), αναστατώνω (3) 2. (μτφ.) επαναφέρω κάποιον στην τάξη, επιπλήττοντας ή τιμωρώντας τον, συμμορφώνω: (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~σω εγώ (= θα σε φτιάξω, θα σου δείξω)! Θα σε ~σει μια χαρά κι εσένα! Τον ~σα καλά! ΣΥΝ. κανονίζω (3), περιποιούμαι (3), τακτοποιώ (3) ● Παθ.: συγυρίζομαι: φροντίζω την εμφάνισή μου, περιποιούμαι τον εαυτό μου: Πώς είσαι έτσι; Συγυρίσου λιγάκι! Πβ. καλλωπίζομαι, στολίζομαι. ΣΥΝ. σουλουπώνομαι, φτιάχνομαι (1) [< 1: 16ος αι.]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.