Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συμβουλεύω συμ-βου-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {συμβούλε-ψα (σπάν.-λόγ.) συνεβούλευσα, συμβουλεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -οντας, -όμενος}: καθοδηγώ, δίνω συμβουλή: Μας ~ει για/σχετικά με οποιοδήποτε πρόβλημα. ~ει σε θέματα υγείας. Οι γεροντότεροι ~ουν τους νεότερους (πβ. δασκαλεύω, νουθετώ, ορμηνεύω). Δεν με ~ψε σωστά. Τι με ~ετε να κάνω (πβ. προτείνω, συνιστώ, υποδεικνύω); Θα σε συμβούλευα να προσέχεις. ~ψε τους ασθενείς να αθλούνται/τους μαθητές να μελετούν (πβ. παροτρύνω, προτρέπω). ● Παθ.: συμβουλεύομαι 1. ζητώ τη συμβουλή κάποιου: ~τείτε τον γιατρό σας/δικηγόρο. 2. αναζητώ πληροφορίες από κάτι, έντυπο ή άλλη πηγή: ~ συχνά εγκυκλοπαίδειες και λεξικά. ~τηκα την ατζέντα μου/τις σημειώσεις μου/τον χάρτη. Έχει ~τεί (: λάβει υπόψη του) διαφορετικές μεταφράσεις. [< αρχ. συμβουλεύω, γαλλ. consulter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.