συμβουλεύω συμ-βου-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {συμβούλε-ψα (σπάν.-λόγ.) συνεβούλευσα, συμβουλεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -οντας, -όμενος}: καθοδηγώ, δίνω συμβουλή: Μας ~ει για/σχετικά με οποιοδήποτε πρόβλημα. ~ει σε θέματα υγείας. Οι γεροντότεροι ~ουν τους νεότερους (πβ. δασκαλεύω, νουθετώ, ορμηνεύω). Δεν με ~ψε σωστά. Τι με ~ετε να κάνω (πβ. προτείνω, συνιστώ, υποδεικνύω); Θα σε συμβούλευα να προσέχεις. ~ψε τους ασθενείς να αθλούνται/τους μαθητές να μελετούν (πβ. παροτρύνω, προτρέπω). ● Παθ.: συμβουλεύομαι1. ζητώ τη συμβουλή κάποιου: ~τείτε τον γιατρό σας/δικηγόρο.2. αναζητώ πληροφορίες από κάτι, έντυπο ή άλλη πηγή: ~ συχνά εγκυκλοπαίδειες και λεξικά. ~τηκα την ατζέντα μου/τις σημειώσεις μου/τον χάρτη. Έχει ~τεί (: λάβει υπόψη του) διαφορετικές μεταφράσεις. [< αρχ. συμβουλεύω, γαλλ. consulter]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.