Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • συμπέρασμα

    συ-μπέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {συμπεράσμ-ατα} 1. κρίση που προκύπτει από την επεξεργασία δεδομένων: αβίαστο/άμεσο/αρχικό/βασικό/γενικό/γρήγορο/έμμεσο/ενδιάμεσο/εύλογο/καίριο/λανθασμένο/λογικό/οριστικό/πρόωρο/πρωτότυπο/σταθερό/σωστό/τελικό/χρήσιμο ~. Έφτασα/κατέληξα/οδηγήθηκα στο εξής ~ ... Όλα κατατείνουν/οδηγούν στο ~ ότι … Από τα στοιχεία απορρέει/εξάγεται/προκύπτει το ~ ότι ... (= συμπεραίνεται). Ποιο είναι το ~ τελικά; Τόσες συζητήσεις και στο τέλος δεν βγάλαμε/δεν βγήκε κανένα ~.|| (στη Λογική:) Προκείμενες και ~ ενός συλλογισμού. Πβ. εξαγόμενο. 2. (ειδικότ.) πόρισμα έρευνας, μελέτης, εργασιών· καταληκτικό τμήμα λόγου που συνοψίζει τα προλεχθέντα: Τα ~ατα του συνεδρίου. (εμφατ.) καταληκτήριο/καταληκτικό ~. || Στο ~ της ομιλίας της υπογραμμίζει ότι ... Θα κλείσουμε με το ~. Πβ. επιμύθιο. Βλ. κατακλείδα. [< αρχ. συμπέρασμα]

  • συμπερασματικός , ή, ό συ-μπε-ρα-σμα-τι-κός επίθ. 1. που περιέχει συμπέρασμα: ~ός: κανόνας/λόγος/συλλογισμός. ~ή: αξιολόγηση/διαπίστωση/λογική/σκέψη. ~ό: κεφάλαιο. ~ές: κρίσεις/παρατηρήσεις. 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει συμπέρασμα: ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. άρα, επομένως, ώστε). Δευτερεύουσες επιρρηματικές ~ές προτάσεις (βλ. αιτιολογικός, τελικός). ΣΥΝ. αποτελεσματικός (2) ● επίρρ.: συμπερασματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~, επισημαίνω/θα λέγαμε ότι ... ΣΥΝ. ανακεφαλαιωτικά, εν κατακλείδι [< μτγν. συμπερασματικός]
  • συμπερασματολογία συ-μπε-ρα-σμα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στατιστική συμπερασματολογία: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων για κάποιον πληθυσμό από τυχαίο δείγμα του. [< αγγλ. statistical inference]

αιτιολογικός

αιτιολογικός, ή, ό [αἰτιολογικός] αι-τι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα αίτια κατάστασης, ενέργειας, φαινομένου: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: ανάλυση/βάση/έκθεση/θεραπεία/κρίση/σύνδεση/σχέση. ~ό: έγγραφο/στοιχείο. Πβ. αιτιώδης.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: σύνδεσμος (: που εισάγει αιτιολογική πρόταση, π.χ. γιατί, επειδή). ● Ουσ.: αιτιολογικό (το): ΝΟΜ. σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται απόφαση δικαστηρίου και γενικότ. παρουσίαση των λόγων που οδήγησαν σε πράξη ή απόφαση, αιτιολογία: επίσημο ~. Το ~ της αγωγής/αίτησης. Καταγράφω/παραθέτω/υποβάλλω το ~. Απολύθηκε χωρίς ~. Βλ. διατακτικό. ● επίρρ.: αιτιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιολογική μετοχή: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αιτία: Θέλοντας (= επειδή ήθελε) να τον αποφύγει, άλλαξε δρόμο., αιτιολογική πρόταση: ΓΡΑΜΜ. δευτερεύουσα η οποία δηλώνει την αιτία της ενέργειας που εκφράζει το ρήμα της κύριας πρότασης: λ.χ. πικράθηκε, επειδή τον εγκατέλειψε. ● ΦΡ.: με την αιτιολογία/με το αιτιολογικό βλ. αιτιολογία [< μτγν. αἰτιολογικός, αγγλ. (a)etiologic(al), γαλλ. étiologique]

κατακλείδα

κατακλείδακα-τα-κλεί-δα ουσ. (θηλ.): το τελικό μέρος κειμένου ή η τελευταία περίοδος παραγράφου, όπου περιέχονται συνήθ. τα συμπεράσματα ή/και η σύνοψη: η ~ του άρθρου/του βιβλίου/της επιστολής (π.χ. 'Με θερμούς χαιρετισμούς'). Στην ~ του λόγου του αναφέρει ότι ... Πβ. επίλογος, κλείσιμο.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κομματιού/συναυλίας.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ της διαδικασίας. ● ΦΡ.: εν κατακλείδι (λόγ.) & ως/σαν κατακλείδα: ολοκληρώνοντας, συμπερασματικά: ~ ~ μπορούμε να πούμε/προκύπτει ότι ... ΣΥΝ. τέλος (6) [πβ. γαλλ. en conclusion] [< μτγν. κατακλείς ‘κλειδαριά, συμπέρασμα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.