συ-μπέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {συμπεράσμ-ατα} 1. κρίση που προκύπτει από την επεξεργασία δεδομένων: αβίαστο/άμεσο/αρχικό/βασικό/γενικό/γρήγορο/έμμεσο/ενδιάμεσο/εύλογο/καίριο/λανθασμένο/λογικό/οριστικό/πρόωρο/πρωτότυπο/σταθερό/σωστό/τελικό/χρήσιμο ~. Έφτασα/κατέληξα/οδηγήθηκα στο εξής ~ ... Όλα κατατείνουν/οδηγούν στο ~ ότι … Από τα στοιχεία απορρέει/εξάγεται/προκύπτει το ~ ότι ... (= συμπεραίνεται). Ποιο είναι το ~ τελικά; Τόσες συζητήσεις και στο τέλος δεν βγάλαμε/δεν βγήκε κανένα ~.|| (στη Λογική:) Προκείμενες και ~ ενός συλλογισμού. Πβ. εξαγόμενο.2. (ειδικότ.) πόρισμα έρευνας, μελέτης, εργασιών· καταληκτικό τμήμα λόγου που συνοψίζει τα προλεχθέντα: Τα ~ατα του συνεδρίου. (εμφατ.) καταληκτήριο/καταληκτικό ~. || Στο ~ της ομιλίας της υπογραμμίζει ότι ... Θα κλείσουμε με το ~. Πβ. επιμύθιο. Βλ. κατακλείδα. [< αρχ. συμπέρασμα]
συμπερασματολογία συ-μπε-ρα-σμα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στατιστική συμπερασματολογία: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων για κάποιον πληθυσμό από τυχαίο δείγμα του. [< αγγλ. statistical inference]
αιτιολογικός
αιτιολογικός, ή, ό [αἰτιολογικός] αι-τι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα αίτια κατάστασης, ενέργειας, φαινομένου: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: ανάλυση/βάση/έκθεση/θεραπεία/κρίση/σύνδεση/σχέση. ~ό: έγγραφο/στοιχείο. Πβ. αιτιώδης.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: σύνδεσμος (: που εισάγει αιτιολογική πρόταση, π.χ. γιατί, επειδή). ● Ουσ.: αιτιολογικό (το): ΝΟΜ. σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται απόφαση δικαστηρίου και γενικότ. παρουσίαση των λόγων που οδήγησαν σε πράξη ή απόφαση, αιτιολογία: επίσημο ~. Το ~ της αγωγής/αίτησης. Καταγράφω/παραθέτω/υποβάλλω το ~. Απολύθηκε χωρίς ~. Βλ. διατακτικό. ● επίρρ.: αιτιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιολογική μετοχή: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αιτία: Θέλοντας (= επειδή ήθελε) να τον αποφύγει, άλλαξε δρόμο., αιτιολογική πρόταση: ΓΡΑΜΜ. δευτερεύουσα η οποία δηλώνει την αιτία της ενέργειας που εκφράζει το ρήμα της κύριας πρότασης: λ.χ. πικράθηκε, επειδή τον εγκατέλειψε. ● ΦΡ.: με την αιτιολογία/με το αιτιολογικό βλ. αιτιολογία [< μτγν. αἰτιολογικός, αγγλ. (a)etiologic(al), γαλλ. étiologique]
κατακλείδα
κατακλείδακα-τα-κλεί-δα ουσ. (θηλ.): το τελικό μέρος κειμένου ή η τελευταία περίοδος παραγράφου, όπου περιέχονται συνήθ. τα συμπεράσματα ή/και η σύνοψη: η ~ του άρθρου/του βιβλίου/της επιστολής (π.χ. 'Με θερμούς χαιρετισμούς'). Στην ~ του λόγου του αναφέρει ότι ... Πβ. επίλογος, κλείσιμο.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κομματιού/συναυλίας.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ της διαδικασίας. ● ΦΡ.: εν κατακλείδι (λόγ.) & ως/σαν κατακλείδα: ολοκληρώνοντας, συμπερασματικά: ~ ~ μπορούμε να πούμε/προκύπτει ότι ... ΣΥΝ. τέλος (6) [πβ. γαλλ. en conclusion] [< μτγν. κατακλείς ‘κλειδαριά, συμπέρασμα’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.