Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συμπληρώνω συ-μπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {συμπλήρω-σα, συμπληρώ-σω, -θηκε, -θεί, συμπληρών-οντας, συμπληρω-μένος} 1. καθιστώ κάτι πλήρες, προσθέτοντας τα απαραίτητα μέρη, στοιχεία, καλύπτω κενό χώρο ή θέση· κατ' επέκτ. ολοκληρώνω: Για να ~σω το ποσό, χρειάζομαι ακόμα χίλια ευρώ. ~θηκε το καρέ των ημιτελικών. Κυκλοφορεί η δεύτερη ~μένη και εμπλουτισμένη έκδοση. ~στε τις απαντήσεις/το έντυπο (εγγραφής)/το ερωτηματολόγιο/τα κενά των προτάσεων με τις κατάλληλες λέξεις/το πεδίο/το σταυρόλεξο/τα στοιχεία σας/τη φόρμα (συμμετοχής). Η αίτηση θα ~θεί και θα υποβληθεί ηλεκτρονικά.|| (στον προφορικό λόγο) Θα ήθελα να ~σω (= να πω επίσης) κάτι .../ότι .../πως ... "Είναι δύσκολη απόφαση, αλλά δεν φοβάμαι" ~σε χαρακτηριστικά.|| Οι υπόλοιπες θέσεις ~θηκαν με κλήρωση.|| ~σε τις σπουδές της στο εξωτερικό. Με την έρευνά του ~σε το έργο του δασκάλου του. Το μωρό ήρθε να ~σει την ευτυχία τους. Η ασφαλτόστρωση θα ~θεί εντός του έτους.|| Είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι: ο ένας ~ει τον άλλο. 2. φτάνω σε ορισμένο σημείο, όριο, χρονικό ή άλλο: Το φεστιβάλ ~ει (= κλείνει) αισίως/σήμερα/φέτος δέκα χρόνια ζωής/συνεχούς παρουσίας. Δικαιούνται υποτροφία όσοι δεν έχουν ~σει το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας τους. Δεν ~ πλήρες ωράριο στο σχολείο. ~σε τις τριάντα συμμετοχές με την Εθνική (πβ. μετράει)/χίλιες ώρες πτήσης. ~θηκε (= πέρασε) ένας χρόνος από τον καταστροφικό σεισμό. [< αρχ. συμπληρῶ ‘γεμίζω εντελώς, ολοκληρώνω’, γαλλ. compléter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.