συμπληρώνω συ-μπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {συμπλήρω-σα, συμπληρώ-σω, -θηκε, -θεί, συμπληρών-οντας, συμπληρω-μένος} 1. καθιστώ κάτι πλήρες, προσθέτοντας τα απαραίτητα μέρη, στοιχεία, καλύπτω κενό χώρο ή θέση· κατ' επέκτ. ολοκληρώνω: Για να ~σω το ποσό, χρειάζομαι ακόμα χίλια ευρώ. ~θηκε το καρέ των ημιτελικών. Κυκλοφορεί η δεύτερη ~μένη και εμπλουτισμένη έκδοση. ~στε τις απαντήσεις/το έντυπο (εγγραφής)/το ερωτηματολόγιο/τα κενά των προτάσεων με τις κατάλληλες λέξεις/το πεδίο/το σταυρόλεξο/τα στοιχεία σας/τη φόρμα (συμμετοχής). Η αίτηση θα ~θεί και θα υποβληθεί ηλεκτρονικά.|| (στον προφορικό λόγο) Θα ήθελα να ~σω (= να πω επίσης) κάτι .../ότι .../πως ... "Είναι δύσκολη απόφαση, αλλά δεν φοβάμαι" ~σε χαρακτηριστικά.|| Οι υπόλοιπες θέσεις ~θηκαν με κλήρωση.|| ~σε τις σπουδές της στο εξωτερικό. Με την έρευνά του ~σε το έργο του δασκάλου του. Το μωρό ήρθε να ~σει την ευτυχία τους. Η ασφαλτόστρωση θα ~θεί εντός του έτους.|| Είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι: ο ένας ~ει τον άλλο.2. φτάνω σε ορισμένο σημείο, όριο, χρονικό ή άλλο: Το φεστιβάλ ~ει (= κλείνει) αισίως/σήμερα/φέτος δέκα χρόνια ζωής/συνεχούς παρουσίας. Δικαιούνται υποτροφία όσοι δεν έχουν ~σει το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας τους. Δεν ~ πλήρες ωράριο στο σχολείο. ~σε τις τριάντα συμμετοχές με την Εθνική (πβ. μετράει)/χίλιες ώρες πτήσης. ~θηκε (= πέρασε) ένας χρόνος από τον καταστροφικό σεισμό. [< αρχ. συμπληρῶ ‘γεμίζω εντελώς, ολοκληρώνω’, γαλλ. compléter]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.