συμφωνώ [συμφωνῶ] συμ-φω-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συμφων-είς ..., -ώντας | συμφών-ησα, -είται, -ήθηκε (λόγ. συνεφωνήθη, μτχ. συμφωνη-θείς, -θείσα, -θέν), -ημένος (αρχαιοπρ.) συμ-πεφωνημένος} 1. συμμερίζομαι την άποψη κάποιου, αποδέχομαι κάτι από κοινού: ~ απόλυτα/πέρα για πέρα/στα περισσότερα μαζί σου. ~ με την απόφασή/τους όρους/την πρότασή σας (πβ. ασπάζομαι, εγκρίνω, επιδοκιμάζω, προσυπογράφω). Δεν ~ καθόλου (= δεν είναι έτσι). Εάν ~είς κι εσύ (= δεν έχεις αντίρρηση) ... Όλοι ~ούμε στα βασικά/σε ένα πράγμα. -Λέω να πάμε μια βόλτα, ~είς (= τι λες); -~ (= εντάξει)! ~ούν ότι/πως ... (πβ. δέχομαι, παραδέχομαι). Είναι φυσικό να μη ~ούμε σε όλα. Πβ. ομο-γνωμώ, -φρονώ. ΑΝΤ. διαφωνώ 2. συνάπτω συμφωνία, δεσμεύομαι μαζί με άλλον σε κοινή δράση: ~ήσαμε άτυπα/επίσημα/μυστικά/προφορικά/ρητά. ~ήσαμε ότι/να ... (= μείναμε σύμφωνοι). Έχω ~ήσει με (= κλείσει) μηχανικό για την ανακαίνιση. Μένει να ~ήσουμε (= διευθετήσουμε, κανονίσουμε) την αμοιβή. Δεν ~ησαν (= δεν τα βρήκαν) στο οικονομικό. Τα ~ήσαμε (= συνεννοηθήκαμε). Εάν συνεχίσουν έτσι, δεν πρόκειται να ~ήσουν (= έρθουν, καταλήξουν σε συμφωνία) ποτέ. Τα κράτη-μέλη ~ησαν να .../για/σε ... (πβ. συγκατανεύω, συναινώ, συναποφασίζω). ~ήθηκε από όλους να ... Βλ. προ~.|| ~θείς/~ημένος: μισθός. ~θείσα/~ημένη: διάρκεια/λύση/τιμή/ώρα (παράδοσης εμπορεύματος· πβ. καθιερωμένος, ορισμένος). ~θέντες: όροι. Νωρίτερα από τον ~ημένο χρόνο. Είναι όλα ~ημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. (προφ.) Τα έχουν ~ημένα μεταξύ τους (πβ. τα 'χουν μιλημένα).|| (ως ουσ.) Κατά τα ~θέντα (= τη συμφωνία). Παραβίασαν/δεν τήρησαν τα ~θέντα/~ημένα. ● συμφωνεί: βρίσκεται σε αντιστοιχία, αναλογία, είναι συνεπής ως προς κάποιον ή κάτι: Η νομοθεσία θα πρέπει να ~ (= ευθυγραμμίζεται, συνάδει) με τις αρχές του δικαίου/τα διεθνή πρότυπα. Τα λόγια σου δεν ~ούν (= δεν συμβαδίζουν, έρχονται σε αντίθεση) με τις πράξεις σου. Οι θεωρίες του δεν ~ούν με την (= δεν ανταποκρίνονται στην) πραγματικότητα. (ΓΡΑΜΜ.) Το επίθετο ~ με το ουσιαστικό σε γένος, αριθμό και πτώση.|| Οι απόψεις/τα γούστα μας δεν ~ούν (= δεν συμπίπτουν, ταιριάζουν, ταυτίζονται). ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω βλ. επαυξάνω [< αρχ. συμφωνῶ 2: μτγν. ~]
συμφωνών , ούσα, ούν [συμφωνῶν] συμ-φω-νών επίθ./ουσ. (λόγ.): που συμφωνεί: ~ούντα: κόμματα.|| (συνήθ. ως ουσ.) Οι συνυπογράφοντες ~ούντες. ΑΝΤ. διαφωνών [< αρχ. συμφωνῶν]
επαυξάνω
επαυξάνω[ἐπαυξάνω] ε-παυ-ξά-νω ρ. (μτβ.) {επαύξη-σε, επαυξή-θηκε, -μένος, επαυξάν-οντας} (λόγ.): αυξάνω πιο πολύ, κάνω κάτι ακόμη μεγαλύτερο: ~σε το ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρεία. Η δυσπιστία μου ~θηκε. Νέα έκδοση (βιβλίου), ~μένη (= εμπλουτισμένη, ενημερωμένη, συμπληρωμένη) και αναθεωρημένη/βελτιωμένη. Ποσό ~μένο με τόκο. Πβ. ανεβάζω, μεγαλώνω, πολλαπλασιάζω, προσαυξάνω. ΑΝΤ. ελαττώνω, λιγοστεύω, μειώνω.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~μένη: πρόταση (: στην οποία έχει γίνει προσθήκη προσδιορισμών, βλ. απλός, ελλειπτικός, σύνθετος). ● ΣΥΜΠΛ.: επαυξημένη πραγματικότητα βλ. πραγματικότητα. ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω (εμφατ.): είμαι απόλυτα σύμφωνος. [< αρχ. ἐπαυξάνω ‘αναπτύσσω, μεγαλώνω’]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.