Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συνέργεια & συνέργια συ-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & συνεργία 1. συνεργασία, συμβολή διαφορετικών στοιχείων ή παραγόντων για την επίτευξη ενός στόχου: κοινωνική ~. ~ των πολιτιστικών φορέων/με υπηρεσίες. ~ εθελοντικών οργανώσεων για τα θύματα του σεισμού.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιχειρηματική/στρατηγική ~. ~ες εταιρειών (: συγχωνεύσεις, συνενώσεις). Πβ. σύμπραξη.|| (ΒΙΟΛ.) ~ των μυών (για την εκτέλεση μιας κίνησης). Βλ. συντονισμός.|| (ΒΙΟΧ.) Αθροιστική ~ (: συνδυασμένη δράση) φαρμάκων. Πβ. συνεργισμός. Βλ. ανταγωνισμός. 2. ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που συνίσταται σε υλική ή ψυχική συνδρομή ή υποστήριξη άλλου προσώπου που τελεί αξιόποινη πράξη: άμεση/απλή ~. ~ σε ανθρωποκτονία/απάτη/αυτοκτονία/πλαστογραφία. Κακούργημα/κατηγορία/υπόθεση ~ας (σε ...). Πβ. συναυτουργία, συνενοχή. [< μτγν. συνέργεια, συνεργία ‘σύμπραξη, συνενοχή’, γαλλ. synergie, αγγλ. synergy]

ανταγωνισμός

ανταγωνισμός[ἀνταγωνισμός] α-ντα-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αγώνας επικράτησης μεταξύ ατόμων ή ομάδων με κοινούς στόχους· (κατ' επέκτ., ΟΙΚΟΝ.) προσπάθεια διάφορων παροχέων προϊόντων ή υπηρεσιών να επικρατήσουν έναντι των αντιπάλων τους στον χώρο της αγοράς: αδιάλλακτος/αμείλικτος/έντονος/εξοντωτικός/σκληρός/τρελός/υγιής (= θεμιτός) ~. Κοινωνικός/ταξικός ~. ~ ανάμεσα στους ... (πβ. άμιλλα, συναγωνισμός). Καθεστώς/κλίμα/πεδίο/συνθήκες ~ού. ~οί και αντιζηλίες. Αυξάνεται/ενισχύεται/εντείνεται/οξύνεται ο ~. Επικρατεί ~. Βρίσκεται σε ~ό με ... Πβ. αντιπαλότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αποτελεσματικός/οικονομικός/τραπεζικός ~. Ατελής/τέλειος ~. Εγχώριος/διεθνής ~. ~ μεταξύ των επιχειρήσεων/στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Ανάλυση/δίκαιο/κοινοτική πολιτική ~ού. Η Γενική Διεύθυνση ~ού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. ΒΙΟΛ. σύγκρουση οργανισμών για την εκμετάλλευση κοινών φυσικών πόρων που βρίσκονται σε περιορισμένη έκταση (π.χ. τροφή, χώροι αναπαραγωγής ή εγκατάστασης): ~ φυτών. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ανεπιθύμητη κατάσταση που δημιουργείται, όταν δύο μονάδες ή συσκευές επιχειρούν να εκτελέσουν συγκεκριμένη εργασία την ίδια χρονική στιγμή. 4. ΒΙΟΧ. παρεμβολή μιας χημικής ουσίας στη φυσιολογική δράση μιας άλλης με παρόμοια δομή: ~ φαρμάκων (: πλήρης ή μερική εξουδετέρωση του ενός από το άλλο). Βλ. συνέργεια, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος ανταγωνισμός & ανοιχτός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. κατά τον οποίο οι τιμές διαμορφώνονται βάσει των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, χωρίς κρατικό παρεμβατισμό: διασφάλιση/το καθεστώς/οι κανόνες/προστασία του ~ου ~ού. ~ ~ στην αγορά ενέργειας. Ελεύθερη οικονομία και ~ ~. Λειτουργεί ο ~ ~., εξοπλιστικός ανταγωνισμός & ανταγωνισμός εξοπλισμών: συναγωνισμός μεταξύ κρατών στο πεδίο του πολεμικού εξοπλισμού: ~ ~ μεταξύ των υπερδυνάμεων. [< αγγλ. arms race] , Επιτροπή Ανταγωνισμού: ανεξάρτητη διοικητική Αρχή, αρμόδια για τον έλεγχο των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων καθώς και για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού: Πρόστιμο από την ~ ~ κατά της εταιρείας ... Οι ~ές ~ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης., μονοπωλιακός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. παραγωγή ελαφρώς διαφοροποιημένων προϊόντων χωρίς μεγάλες διαφορές στις τιμές, με αποτέλεσμα την απουσία ανταγωνισμού, αντιπαλότητας μεταξύ των επιχειρήσεων. [< αγγλ. monopolistic competition, 1933] , αθέμιτος ανταγωνισμός βλ. αθέμιτος, διαειδικός ανταγωνισμός βλ. διαειδικός, ενδοειδικός ανταγωνισμός βλ. ενδοειδικός [< 1,2: μεσν. ανταγωνισμός, γαλλ. compétition, antagonisme 3: αγγλ. contention 4: αγγλ. antagonism]

συντονισμός

συντονισμόςσυ-ντο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συντονίζω: ~ δράσης/δραστηριοτήτων/ενεργειών/εργασιών/έργου/έρευνας/κινήσεων/λειτουργίας/ομάδων/προγραμμάτων/προσπαθειών. ~ ύλης (σε εφημερίδα, περιοδικό). Υπό τον γενικό ~ό. ~ των πυροσβεστικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών. Πβ. εναρμόνιση.|| (ειδικότ., για συζήτηση) ~ εκπομπής/συνεδρίου/συνέντευξης.|| Ψηφιακός ~ καναλιών/ραδιοφώνου. Βλ. ρύθμιση.|| (ΜΟΥΣ.) ~ (μουσικών) οργάνων. Βλ. κούρδισμα. ΑΝΤ. αποσυντονισμός 2. ΦΥΣ. αύξηση πλάτους ταλάντωσης ενός συστήματος σε περίπτωση διέγερσης από εξωτερική πηγή με παραπλήσια συχνότητα: ~ κυκλωμάτων. Μαγνητικός ~. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. coordination 2: γαλλ. syntonisation, 1900]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.