Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • συνήθως συ-νή-θως επίρρ. {συνηθέστ-ερα, -ατα}: με πολύ μεγάλη συχνότητα, τις περισσότερες φορές: Έγινε και πάλι ό,τι συμβαίνει ~ (= κατά κανόνα). Οι ερωτήσεις που ~ υποβάλλονται. ΑΝΤ. σπάνια ● ΦΡ.: ως συνήθως: όπως συνηθίζεται, όπως πάντα: Οι παραδόσεις θα γίνουν ~ ~ στο αμφιθέατρο ...|| ~ ~, τα νέα τα έμαθα τελευταίος. Πβ. ως/όπως είθισται. [< αρχ. συνήθως]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.