Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • συνήθως συ-νή-θως επίρρ. {συνηθέστ-ερα, -ατα}: με πολύ μεγάλη συχνότητα, τις περισσότερες φορές: Έγινε και πάλι ό,τι συμβαίνει ~ (= κατά κανόνα). Οι ερωτήσεις που ~ υποβάλλονται. ΑΝΤ. σπάνια ● ΦΡ.: ως συνήθως: όπως συνηθίζεται, όπως πάντα: Οι παραδόσεις θα γίνουν ~ ~ στο αμφιθέατρο ...|| ~ ~, τα νέα τα έμαθα τελευταίος. Πβ. ως/όπως είθισται. [< αρχ. συνήθως]